MyStigma

Η Μεταπολίτευση στον Καναπέ

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 07 May 2017

Καθώς η χώρα συγκρούστηκε με την πραγματικότητα της κρίσης, η μεταπολίτευση με μια οργισμένη ετυμηγορία, βρέθηκε ένοχη στο σύνολο της. Και αφού φταίει η μεταπολίτευση, ποια μπορεί να είναι η λύση; Ίσως, η μετα-μεταπολίτευση, ένας όρος που χρησιμοποιείται αρκετά από την κυβέρνηση η οποία αρέσκεται να τραβά διαχωριστικές γραμμές, συχνά σε ανύπαρκτους πίνακες. Γιατί όμως δεν είμαστε στη μετα-μεταπολίτευση; Και τι σημαίνει ο όρος;
Πρόκειται μόνο για μια χρονική διάκριση, για την εισαγωγή μιας παύσης ανάμεσα στο πριν και το μετά; Είναι απλά μια περίοδος ‘after’, που διακρίνει τον εαυτό της από το παρελθόν μη αναγνωρίζοντας κοινούς τόπους και αναφορές; Βρίσκει μήπως την υπόστασή της στην ολοσχερή καταδίκη της μεταπολίτευσης, είναι δηλαδή μια αντι-μεταπολίτευση; Η μετα-μεταπολίτευση, όπως και κάθε μετα- (ή post) όρος, δεν μπορεί να αποδοθεί δια της παύσης, ούτε να ορισθεί αντιθετικά, αλλά σηματοδοτεί μια μεταμόρφωση η οποία άλλοτε αποκηρύσσει και άλλοτε υιοθετεί την προηγούμενη κατάσταση. Έτσι, θα πρέπει να προσεγγίσουμε τη μετα-μεταπολίτευση όχι με όρους νεωτερικότητας αλλά με τους όρους μιας αέναης, ασυνεχούς και εν πολλοίς άδηλης ιστορικής μετάβασης. Κατ’ αυτήν, η μετα-μεταπολιτευτική προοπτική μας προκαλεί να αναλογιστούμε όλες τις πιθανές δυνατότητες και τους περιορισμούς της νέας κατάστασης. Και σ’ αυτές δεν περιλαμβάνονται μόνο, ούτε κυρίως, δήθεν ριζοσπαστικές αλλαγές, αλλά πρωτίστως ένας ενεργός διαρκής διάλογος με τους κληρονομημένους από τη μεταπολίτευση ανθρωπολογικούς ιδιότυπους, τους εγκατεστημένους τύπους της υποκειμενικότητας και το εγγενές κατώφλι των ευαισθησιών μας.
Αν είναι έτσι, τότε είναι προφανής η ανάγκη για μια αναλυτική ανατομία της μεταπολίτευσης. Η μεταπολίτευση είναι μια έννοια gestalt, δηλαδή μία έννοια της οποίας η ‘τιμή’, η ‘αξία’ είναι μεγαλύτερη από αυτήν του αθροίσματος των μερών της. Αυτό ερμηνεύει την παρέμβαση μιας διέγερσης όχι στο χώρο του πραγματικού όπου εγγράφονται ανάγκες, αλλά στο χώρο του φαντασιακού όπου εγγράφονται επιθυμίες. Συνεπώς, η μεταπολίτευση είναι κάτι παραπάνω από την περίοδο εκείνη που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, τέθηκαν οι συντεταγμένες μιας τροχιάς προσδεμένης στη Δύση και την ΕΕ, αναμορφώθηκε η Υγεία, το οικογενειακό δίκαιο κοκ. Αυτά σηματοδοτούσαν πράγματι ανάγκες και διακινήθηκαν στη σφαίρα του πραγματικού. Στη σφαίρα του φαντασιακού διακινήθηκαν επιθυμίες με όχημα τον έρωτα του λαού για τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Στο επίπεδο του φαντασιακού, η μεταπολίτευση πρακτικά ισούται με τον έρωτα προς τον Ανδρέα.
Από αναλυτικής σκοπιάς, το μείζον ερώτημα σε κάθε έρωτα είναι τι λείπει από τον εραστή και το προβάλλει στον ερωμένο. Ο λαός, όπως κάθε εραστής, επιθυμούσε αυτά που δεν είχε, αυτά που του έλειπαν. Ο Ανδρέας ανταποκρίθηκε σε αυτή την επιθυμία με ένα επιβλητικό ‘εδώ και τώρα’. Αλλά όπως συμβαίνει πάντοτε στον έρωτα, τι ήταν αυτό που έλειπε από το λαό δεν ήταν σαφές. Ο λαός πρόβαλλε τις αδιευκρίνιστες επιθυμίες του στον Ανδρέα όπως ένας νεαρός βλέπει σε μια άγνωστη αλλά όμορφη κοπέλα τη μελλοντική ιδανική σύντροφο και μητέρα των παιδιών του. Αλλά, η ομορφιά δεν είναι παρά μόνο μια υπόσχεση της ευτυχίας, όχι η ευτυχία αυτή καθαυτή. Η ανταπόκριση του Ανδρέα σ’ αυτή την προβολή των επιθυμιών του λαού επάνω του, δεν ήταν αμελητέα. Ήταν όμως στο μοντέλο του γενναιόδωρου πατέρα που πάντα επιστρέφει από τα επαγγελματικά του ταξίδια φορτωμένος με δώρα και σχεδόν καθόλου στο μοντέλο της γεμάτης αγάπη μητέρας που διασφαλίζει τις βασικές ισορροπίες στο τρέχον καθεστώς, με τα υπάρχοντα υλικά. Τα κράτη όμως δεν δημιουργούνται για την ικανοποίηση των επιθυμιών αλλά των αναγκών του λαού. Εδραιώνονται στην ανάγκη για κράτος δικαίου, για εργασία, για ανθρώπινα δικαιώματα, όχι στη βάση της ικανοποίησης επιθυμιών.
Η μεγάλη διέγερση του φαντασιακού οδήγησε στην ανάδυση ενός φαντάσματος, δηλαδή μιας οντότητας με διαισθητική προέλευση και ισχνή σύνδεση με το πραγματικό. Τα υλικά από τα οποία κατασκευάστηκε το φάντασμα ήταν η ιστορική συγκυρία, ο έρωτας προς τον Ανδρέα και κάποιοι παλιοί γνώριμοι του έθνους. Αφενός, βαθιές ιστορικές ρίζες που υποστηρίζουν το ατομικό, το οικογενειακό, το συντεχνιακό, οποιοδήποτε εντέλει υποσύνολο, ως υπέρτερο του εθνικού. Επ’ αυτού μιλά η ιστορία και έχει καταδείξει πολύ πειστικά ο Καστοριάδης. Αφετέρου, εθνικές προκαταλήψεις περί μοναδικότητας όπως η έννοια του ‘ανάδελφου’. Αν διατρέξει κανείς ιστορικά τον 20ο αιώνα, εύκολα διαπιστώνει πως αυτή η ιδέα της μοναδικότητας ήταν μείζον χαρακτηριστικό του. Σε διαφορετικές εκδοχές και πάντοτε με καταστροφικά αποτελέσματα. Τα υλικά αυτά καθόρισαν το περιεχόμενο των επιθυμιών. Τα φαντάσματα όμως, όπως λέει ο Sarasin, δεν ανέρχονται ποτέ στο ύψος μιας σοβαρής ιδεολογίας, αλλά παραμένουν στο επίπεδο μια ρηχής, άκαμπτης, έμμονης ιδέας. Γύρω από αυτήν η κοινωνία της μεταπολίτευσης οργάνωσε την κοσμοθεωρία της και πορεύθηκε μέχρι τη χρεοκοπία. Η τελευταία ερμηνεύει ένα απότομο άδειασμα του φαντασιακού, ένα βίαιο ράπισμα του φαντάσματος και μια ενοχλητική εισβολή του πραγματικού. Θα περίμενε κανείς ότι αυτό θα ήταν αρκετό για την υπέρβαση του φαντάσματος, οπότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το τέλος της μεταπολίτευσης. Αντίθετα, αυτό φαίνεται να συντηρείται εν μέσω κορύφωσης του ψεύδους και μόχλευσης συναισθημάτων οργής. Τα ψέματα καταστρέφουν το πραγματικό, συγκαλύπτουν επώδυνες ασυνέπειες ή ανικανότητες και κάνουν περισσότερο δυσλειτουργική και αναποτελεσματική τη δημοκρατία. Συνέπεια αυτών, η απομείωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η αποξένωση από το κοινωνικό γίγνεσθαι που ενισχύουν το καθοδικό σπιράλ. Ακόμη και η μίμηση του Ανδρέα από τον πρωθυπουργό δεν είναι παρά ένα ψέμα, μια υπεκφυγή της αλήθειας που γεννά ερωτήματα για τα πραγματικά συστατικά της προσωπικότητάς του. Ο λαός από την πλευρά του, φυλακισμένος σε πρότερες μνήμες, πίστεψε ότι βρήκε το νέο ‘Ανδρέα’, ενώ έτσι δεν κατορθώνει παρά να διαιωνίζει την καθήλωση του. Η συνειδητοποίηση του ψεύδους δυσχεραίνεται και από το γεγονός ότι ουδείς δύναται ή τολμά να περιγράψει ένα νέο είδος κανονικότητας αν όχι ευημερίας για το μέλλον, σε σαφή διάκριση με το παρελθόν. Η κατάσταση θυμίζει το παράδοξο του Επιμενίδη που έλεγε ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Όντας Κρητικός ο ίδιος, πόσο πειστικός γινόταν;
Η κρίση είναι η ευκαιρία ενός μεγάλου μαθήματος για το πραγματικό που θα συνέβαλε καθοριστικά στην απελευθέρωση κοινωνικής δυναμικής. Πάντα εντός του πλαισίου ότι το κράτος διακινεί ανάγκες και όχι επιθυμίες. Μέχρι τότε, όχι, δεν είμαστε στη μετα-μεταπολίτευση. Η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο κυριαρχούν πολιτικές δυνάμεις που εμπνέονται από και υπηρετούν το φάντασμά της.

Δημοσιεύτηκε στη “Μεταρρύθμιση” 05/05/2017.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Η Αξία Της Ανοιχτότητας Σε Ένα Νέο Σύστημα Υγείας

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 08 Jul 2016

Αποστολή ενός εθνικού συστήματος υγείας είναι η προαγωγή της υγείας, η αντιμετώπιση της ασθένειας και η οικονομική προστασία των ασθενών και των οικογενειών τους από το υγειονομικό κόστος.  Η έννοια της Υγείας ορίζεται ως «η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλά η απουσία νόσου ή διαταραχής»[i].  Αυτή η εκ φύσεως πολυπλοκότητα της έννοιας της Υγείας, θέτει έναν αναγκαίο όρο για την – εξίσου πολύπλοκη – οργάνωση ενός εθνικού συστήματος υγείας που παραμένει παραγνωρισμένος:

όταν η ίδια η υγεία είναι μια έννοια δυναμική, μη γραμμική, ολιστική και αβέβαιη, μπορεί η οργάνωση ενός συστήματος υγείας να είναι το αντίθετο, δηλαδή αναγωγική, γραμμική, ντετερμινιστική και εντέλει κλειστή;

Μέχρι τώρα η οργάνωση του ΕΣΥ στη χώρα ακολουθεί το μοντέλο της μηχανής (machine model) που χαρακτηρίζεται από την ιεραρχία, την τυποποίηση των διαδικασιών, την αντίσταση στην αλλαγή και τη βαριά γραφειοκρατία και το οποίο αντιστοιχεί σε οργανωτικές αντιλήψεις του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα.  Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ντετερμινιστικό, κλειστό μοντέλο οργάνωσης, αδυνατεί να κατανοήσει και να ανταποκριθεί σε μια θεμελιώδη αρχή της ιατρικής, ότι

οι αλλαγές στην υγεία δεν επισυμβαίνουν μέσω μειζόνων επεισοδίων πχ ένα έμφραγμα ή ένας καρκίνος, αλλά αενάως στην πρόοδο του χρόνου μέσω μυριάδων μικρών γεγονότων,

 που μια τέτοια οργάνωση αδυνατεί να ταυτοποιήσει και να αντιμετωπίσει.

Το σημερινό σύστημα υγείας είναι στη φιλοσοφία του κλειστό, ατελές, άκαμπτο και πατερναλιστικό.  Κλειστό στην καινοτομία, κλειστό στα δεδομένα που παράγει και φυλάσσονται κατακερματισμένα σε σιλό εντός του, μη διαθέσιμα στο σύνολό τους ούτε για την ηγεσία του, κλειστό στη συνεργατικότητα των επαγγελματιών που το υπηρετούν.  Ατελές γιατί εστιάζει στην αντιμετώπιση της ασθένειας και όχι στην προαγωγή της υγείας.  Άκαμπτο γιατί σχεδιάζει μέχρι κεραίας την εμπειρία του πολίτη εντός αυτού, μια εμπειρία που χαρακτηρίζεται συχνά από έλλειψη σεβασμού και συμπόνιας, χαμηλή ανταποκρισιμότητα, ασταθή ποιότητα, έλλειψη λογοδοσίας και θεωρητική ισότητα των παροχών αλλά συχνά με χαμηλή αξία.  Πατερναλιστικό γιατί ο πολίτης είναι παθητικός δέκτης των υπηρεσιών, αμέτοχος παντού πλην της χρηματοδότησης.

Σ’ αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, το σύστημα υγείας υποχώρησε σε όλες του τις διαστάσεις.  Κρίσιμες μεταρρυθμίσεις όπως η θέσπιση του ΕΟΠΥΥ, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και άλλες συγκράτησαν ως ένα βαθμό την ελεύθερη πτώση του.  Καθοριστικά συνέβαλλε επίσης στην αποφυγή της ολοκληρωτικής κατάρρευσης, η αυταπάρνηση των εργαζομένων σε αυτό και το κουράγιο των πολιτών.  Αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν.

Θα ήταν όμως επιδερμική μια ερμηνεία της δυσπραγίας του συστήματος υγείας ως απότοκης της οικονομικής κρίσης και μόνο.  Άλλωστε, προϋπήρχε της κρίσης.  Αυτή θα μπορούσε διαπιστωτικά να αποδοθεί σε δύο παράγοντες.  Πρώτον, στο εσφαλμένο μοντέλο οργάνωσης που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες του πληθυσμού για την υγεία και δεύτερον, στο γεγονός ότι είναι ως ένα βαθμό «θύμα» των ίδιων των κοινωνικών κατακτήσεων.  Πράγματι, το κόστος της υγείας αυξάνεται επίσης οδηγούμενο από: α) τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας που προσφέρει εκπληκτικά νέα εργαλεία αλλά συχνά με κάθε άλλο παρά αξιοκαταφρόνητο κόστος, β) τη σταδιακή γήρανση του πληθυσμού που οδηγεί σε αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες υγείας και γ) την οικονομική πρόοδο που οδηγεί και αυτή σε αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες υγείας.  Οι παράγοντες αυτοί έχουν περιγραφεί και ως «οι αποτυχίες της επιτυχίας» (failures of success) αφού και οι τρείς είναι επιθυμητοί.[ii]  Αν επιθυμούμε, στην προσπάθεια βελτίωσης του συστήματος και ελέγχου του κόστους, να μην υποβαθμίσουμε αλλά να επαυξήσουμε τις κοινωνικές κατακτήσεις στην υγεία, τότε το ερώτημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο «με ποια οργάνωση» ή «με πόσα χρήματα», αλλά απαιτείται μια κριτική ιδεολογική επαναπροσέγγιση των πολιτικών για την υγεία.

Ισότητα, ποιότητα, προσβασιμότητα, συντονισμός, βιωσιμότητα, καθολικότητα, ανταποκρισιμότητα, ανθρωποκεντρικότητα είναι μερικοί μόνο από τους επιθετικούς προσδιορισμούς που συναντώνται αθρώα στα κείμενα πολιτικής για την υγεία.  Κανένας δεν είναι εσφαλμένος.  Αλλά και κανένας δεν μπορεί να αρθεί στο επιθυμητό ύψος αν δεν διατρέχεται από μια νέα αξία, αυτή της ανοιχτότητας.

Ανοιχτότητα.

Η ανοιχτότητα ως έννοια έχει δύο διαστάσεις. Αυτήν της διάφανης, ελεύθερης πρόσβασης σε γνώση και δεδομένα και αυτήν της συνεργατικότητας.  Ειδικά στην υγεία, η σημασία της είναι κεφαλαιώδης. Η υγεία είναι όπως προαναφέρθηκε μια έννοια δυναμική, μη γραμμική, ολιστική και αβέβαιη. Τέτοιες έννοιες αντιμετωπίζονται από την επιστήμη με μη γραμμικά εργαλεία όπως αυτά των θεωριών της πολυπλοκότητας (complexity theory) ή του χάους (βλ. μετεωρολογία). Μυριάδες δεδομένων (big data) συλλέγονται και αναλύονται με τρόπους που αποκαλύπτουν κρυφές, ατελείς ή άγνωστες συσχετίσεις που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν, πόσο μάλλον να γίνουν κατανοητές με την απλουστευτική, αφαιρετική, γραμμική σκέψη.  Αλλά τα δεδομένα αυτά, πέραν της συλλογής τους πρέπει να είναι και διαθέσιμα για ανάλυση, δηλαδή ανοιχτά.

Ο κατά πολλούς θεωρούμενος ως πατέρας της σύγχρονης ιατρικής Sir William Osler έλεγε ότι είναι σημαντικότερο να γνωρίζεις με ποιόν ασθενή έχεις να κάνεις παρά να γνωρίζεις από τι πάσχει[iii], κατανοώντας έτσι ότι κι άλλοι, πολλοί παράγοντες, πέραν της όποιας αναγνωρίσιμης παθολογίας συμβάλλουν όχι μόνο στην υγεία αλλά και στην αντίληψη της υγείας του ιδίου του ασθενούς (η διάκριση ανάμεσα στην κατάσταση της υγείας ενός ανθρώπου και την αντίληψη που ο ίδιος έχει για την υγεία του, είναι ένα ακόμη μέτρο της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τον τομέα).  Στην πραγματικότητα, ο Osler καλούσε ήδη από το 1900 για περισσότερα δεδομένα, περισσότερη γνώση.  Αν η θέση του αναγνωρίζεται ως ανθρωποκεντρική και αν αυτός ο όρος είναι απαραίτητος – και κατά τη γνώμη μας είναι – στη δόμηση ενός σύγχρονου, ανοιχτού ΕΣΥ, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε τα εργαλεία που την πραγματώνουν.  Το μόνο κοινό από την εποχή του Osler είναι η ιατρική επίσκεψη και η νοσηλεία.  Είναι και οι δύο αναντικατάστατες αλλά και συχνότατα ανεπαρκείς, παρά την κατακλυσμιαία πρόοδο τόσο της επιστήμης όσο και της εκπαίδευσης των ιατρών.  Είναι μόνο στιγμιότυπα, ή έστω σεκάνς, από το μεγάλο έργο της υγείας του ανθρώπου.

Στη σημερινή εποχή, η απαίτηση για βαθύτερη γνώση του ασθενούς μπορεί να πραγματωθεί όχι μόνο με τη συγκέντρωση των διάσπαρτων δεδομένων γι αυτόν, που παράγονται εντός του συστήματος από «συμβεβλημένους» αλλά ασύνδετους «προμηθευτές», αλλά επίσης με την

παραγωγή ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων από τον ίδιο τον ασθενή, στην καθημερινότητά του, εκτός των συντεταγμένων δομών υγείας.

Εδώ έρχεται η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία να παίξει το ρόλο του Δούρειου Ίππου για την αλλαγή.

 Μιλάμε για τεχνολογία, αλλά στην πραγματικότητα εννοούμε καινοτομία. Μιλάμε για συνεργατικότητα και ανοιχτά δεδομένα, αλλά στην πραγματικότητα εννοούμε βαθύτερη γνώση και αλλαγή της κουλτούρας.

Θα αναφερθούμε σε τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα καινοτόμου ψηφιακής τεχνολογίας για την υγεία που καταλύουν την έννοια της ανοιχτότητας.

Το πρώτο παράδειγμα αφορά τις τεχνολογίες υγείας για χρήση εκτός δομών υγείας.  Σήμερα διατίθενται προϊόντα (τεχνολογιών mHealth και άλλων) για την παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα για διαβητικούς (πχ τιμές ανά 1 λεπτό επί 14 συνεχόμενες ημέρες με τον ίδιο σένσορα), την παρακολούθηση του τρόμου και της ισορροπίας για παρκινσονικούς, την παρακολούθηση ζωτικών σημείων ή πτώσεων σε εύθραυστους ασθενείς, την αποκάλυψη και ταυτοποίηση καρδιακών αρρυθμιών και κρυπτογενών εγκεφαλικών επεισοδίων, τη μελέτη διαταραχών του ύπνου, την παρακολούθηση και καταγραφή της ημερήσιας κινητικής δραστηριότητας, την υποβοήθηση και τον έλεγχο της συμμόρφωσης σε σύνθετες αγωγές και πολλά άλλα.   Εξίσου σημαντική είναι και η δυνατότητα ανάδρασης από τους ασθενείς με την καταγραφή του βαθμού της ευεξίας τους στη διαδρομή ενός επεισοδίου υγείας ή γενικά, αναφοράς παρενεργειών, αξιολόγησης της θεραπείας, επικοινωνίας με τους επαγγελματίες υγείας κοκ.

Ένα δεύτερο σημαντικό παράδειγμα είναι κάποια πανάκριβα ιατρικά υλικά όπως πχ τα προσθετικά άκρα.  Ο τρόπος που παθιασμένοι εθελοντές – συχνότατα ασθενείς οι ίδιοι ή συγγενείς και φίλοι ασθενών – έχουν συμβάλλει στην παραγωγή εξατομικευμένων προσθετικών άκρων με τρισδιάστατη εκτύπωση (E-nable) με δραματικά χαμηλότερο κόστος, δεν είναι μόνο ένα υπόδειγμα ανοιχτότητας και συμβολής στην ευεξία των ασθενών και τη βιωσιμότητα ενός συστήματος υγείας, αλλά και εκδημοκρατισμού του τρόπου που παράγεται νέα τεχνολογία.  Δεν χρειάζεται κανείς να αναζητήσει τέτοιους εθελοντές.  Θα δραστηριοποιηθούν μόνοι τους αν το περιβάλλον είναι ανοιχτό.

Το τρίτο παράδειγμα αφορά τη συνεργατικότητα.  Έχει από πολλούς – και όχι εσφαλμένα – ταυτοποιηθεί ένα έλλειμμα συντονισμού στην υγεία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας αλλά και των επιπέδων φροντίδας (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια κλπ).  Έλλειψη συντονισμού σημαίνει έλλειψη δεδομένων και συνεργατικότητας.  Πρέπει να γίνει όμως κατανοητό ότι το πρόβλημα συντονισμού δεν λύνεται με συντονιστές, δηλαδή με νέες ιεραρχίες κατά το παλαιό παράδειγμα.  Λύνεται με την ανοιχτότητα και τα εργαλεία της.  Με την ελεύθερη πρόσβαση σε δεδομένα από πολλαπλές πηγές και με τη χρήση της λογικής δικτύων, συστημικών όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση ή άλλων όπως το Doximity που δικτυώνει περισσότερους από 500.000 επαγγελματίες υγείας, το Medstro, το Sermo κα.

Οι δυνατότητες ενός συντονιστή είναι πεπερασμένες και περιορισμένης εμβέλειας.  Οι δυνατότητες της συνεργατικότητας είναι άπειρες.

Αρκεί κανείς να αναλογιστεί τα επιτεύγματα της συνεργατικότητας στον τομέα της πληροφορικής μέσω του λογισμικού ανοιχτού κώδικα (open source software) για να αντιληφθεί το μέγεθος της ωφέλειας για την επιστήμη και τα συστήματα υγείας.  Πραγματικά, η ανοιχτότητα συνιστά το κατάλληλο υπόστρωμα για τη βέλτιστη αξιοποίηση των σύγχρονων εξελίξεων στην επιστήμη.  Τέτοια σύγχρονη εξέλιξη είναι η έννοια της εξατομικευμένης ιατρικής (personalized medicine).  Tο European Science Foundation ορίζει την εξατομικευμένη ιατρική ως «μία νέα προσέγγιση στην ταξινόμηση, την κατανόηση, την αντιμετώπιση και την πρόληψη των ασθενειών, βασισμένη σε εξατομικευμένα βιολογικά δεδομένα, συνήθειες και περιβαλλοντικές διαφορές»[iv].  Παράδειγμα εξατομικευμένης ιατρικής συνιστά η θεραπεία με το μονοκλωνικό αντίσωμα Trastuzumab, ειδικά των ασθενών εκείνων με κάποιες μορφές καρκίνου – κυρίως του μαστού – που εμφανίζουν υπερέκφραση των υποδοχέων HER2.  Σήμερα το φάρμακο αυτό περιλαμβάνεται από την ΠΟΥ στη λίστα των πλέον βασικών φαρμάκων για ένα στοιχειώδες σύστημα υγείας[v].  Άλλα παραδείγματα συνιστούν το Vemurafenib για το μελάνωμα, το Adalimumab για την ψωρίαση, το Imatinib για τη Χρόνια Μυελογενή Λευχαιμία κοκ.  Οι συνέπειες της αλλαγής του παραδείγματος από την αντιμετώπιση της νόσου στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων υποπληθυσμών με τη νόσο είναι εμφανείς.  Με το παλαιό παράδειγμα, όλοι οι ασθενείς πχ με καρκίνο του μαστού θα ήταν υποψήφιοι θεραπείας με Trastuzumab αλλά μόνο κάποιοι εξ’ αυτών θα ωφελούντο.  Το κόστος, τόσο για τους ασθενείς που δεν θα ωφελούντο όσο και για το σύστημα υγείας θα ήταν τεράστιο.  Ομοίως, οι ισχνοί πόροι για την πρόληψη θα αξιοποιούντο πολύ περισσότερο αν κατευθύνονταν στοχευμένα σε ομάδες αυξημένου κινδύνου του πληθυσμού και όχι αδιάκριτα στο σύνολό του.  Η εξέλιξη της εξατομικευμένης ιατρικής θέτει νέες απαιτήσεις που προϋποθέτουν την ανοιχτότητα.  Η πρόσβαση και η γνώση περί τα γενετικά και περιβαλλοντικά δεδομένα, η συνεργασία μεταξύ πολλαπλών ειδικοτήτων αλλά και οργανισμών και η μεγαλύτερη αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών είναι απαιτήσεις που δεν μπορούν να εκπληρωθούν αν ένα σύστημα υγείας δεν διατρέχεται από την αξία της ανοιχτότητας.

Εν τέλει,

η αξία της ανοιχτότητας αυξάνει την αξία των υπηρεσιών υγείας

Ως αξία των υπηρεσιών υγείας ορίζεται το υγειονομικό αποτέλεσμα (έκβαση) για κάθε ευρώ που ξοδεύτηκε[vi].  Ή περισσότερο σχηματικά,

Value_Healthcare

Η αξία αντιστοιχεί στη συνολική φροντίδα ενός επεισοδίου υγείας όπως αυτό διατρέχει στο χρόνο ξεκινώντας από την πρόληψη, επεκτεινόμενη στην αντιμετώπιση και καταλήγοντας στην παρακολούθηση.  Δεν μπορεί να μετρηθεί σε αποσπασματικές ή μεμονωμένες υπηρεσίες όπως επισκέψεις, εξετάσεις, επεμβάσεις κοκ.  Κι αυτό γιατί η αξία έχει νόημα μόνο για τον ασθενή.  Ποια αξία μπορεί να έχει γι αυτόν μια εξέταση που οδήγησε μεν σε διάγνωση αλλά τόσο καθυστερημένη που η αντιμετώπιση να είναι πια παρηγορητική;  Ποια αξία μπορεί να έχει μια επέμβαση που έμοιαζε επιτυχημένη κατά το εξιτήριο αλλά οδήγησε σε απομακρυσμένες χρονικά επιπλοκές και επανεισαγωγές;  Βεβαίως, με αυτούς τους όρους, γίνεται φανερό – για άλλη μια φορά – ότι η μέγιστη αξία αντιστοιχεί στην πρόληψη.  Αλλά πως εμπεδώνεται και επικοινωνείται η αξία των υπηρεσιών υγείας για τον ασθενή;  Μόνο μέσω της συστηματικής μέτρησης και αναφοράς των αποτελεσμάτων και οι ασθενείς θα ωφεληθούν από αυτά μόνο αν είναι, ως δεδομένα, ανοιχτά.  Εννοείται ότι θα ωφεληθεί και το σύστημα υγείας αφού έτσι αποκαλύπτονται εστίες παραγωγής υπηρεσιών χαμηλής αξίας και προωθείται ένας ανταγωνισμός επί της επιστημονικής αριστείας που θα επιβραβεύεται με επιπλέον όγκο και όχι επί του όγκου κατακερματισμένων υπηρεσιών που δεν προσδίδουν αξία και συχνά είναι αποτέλεσμα προκλητής ζήτησης.

H ανοιχτότητα στο πεδίο της υγείας δεν θα επισυμβεί εύκολα ούτε αβίαστα, πείθοντας μόνο δια των πλεονεκτημάτων της.  Η αντίσταση του παλαιού παραδείγματος είναι και θα παραμείνει για καιρό ισχυρή, τη ίδια στιγμή που η ανοιχτή προσέγγιση συνοδεύεται από σημαντικά ηθικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως περί των ορίων της ιδιωτικότητας, της ιδιοκτησίας των δεδομένων υγείας, του ορισμού της ελεύθερης και εν επιγνώσει συναίνεσης (free and informed consent) σε περιβάλλον πολυπλοκότητας και αβεβαιότητας, του συνολικού επαναπροσδιορισμού της έννοιας της κοινωνικής αλληλεγγύης και πολλών ακόμη.

Στο τέλος της ημέρας, η συζήτηση για την ανοιχτότητα – στην υγεία και αλλού – είναι μια συζήτηση για την ποιότητα και το βάθος της δημοκρατίας.


[i] Preamble to the Constitution of the World Health Organization as adopted by the International Health Conference, New York, 19-22 June, 1946; signed on 22 July 1946 by the representatives of 61 States (Official Records of the World Health Organization, no. 2, p. 100) and entered into force on 7 April 1948.

[ii] The Failures of Success. Ernest M. Gruenberg, Milband Memorial Fund Quarterly, 1977.

[iii] Bean, BW (1961). Sir William Osler Aphorisms. Spingfield II: Charles C. Thomas (Publisher).

[iv] Personalized Medicine for the European Citizen. Towards more precise medicine for the diagnosis, treatment and prevention of disease. ESF, Nov 2012. http://www.esf.org/fileadmin/Public_documents/Publications/Personalised_Medicine.pdf

[v] 19th WHO Model List of Essential Medicines (April 2015, amended November 2015). http://www.who.int/medicines/publications/essentialmedicines/EML_2015_FINAL_amended_NOV2015.pdf

[vi] Redefining Healthcare: Creating Value-based Competition on Results. Michael E. Porter, Elizabeth Olmsted Teisberg. HBR Press, 2006, p. 24.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (one)

Περίθαλψη για Ανασφάλιστους

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 09 Jan 2013

povertyΕίναι σαφές ότι η οικονομική κρίση στη χώρα μας εκφράζεται και ως ανθρωπιστική. Χιλιάδες πολίτες κατέληξαν ανασφάλιστοι με αποτέλεσμα να μην έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Δεδομένου ότι η επίδραση αυτού του γεγονότος στην κοινωνική συνοχή αναμένεται -και ώς έναν βαθμό είναι ήδη – καταλυτική, προβάλλει επείγουσα η ανάγκη για συστηματική αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος.
Οι υπάρχουσες πολιτικές αποδεικνύονται ανεπαρκείς καθώς, σε μεγάλο βαθμό, είναι κατηγορικές, αδιαφανείς και πολυδιασπασμένες. Από την άλλη μεριά, οι πόροι είναι σήμερα δυσεύρετοι και ισχνοί. Παρά ταύτα, μια συνολική πολιτική που θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα με επάρκεια και διαφάνεια, θα οδηγούσε σε αποτελεσματικότερη χρήση αυτών και θα παρήγε ευεργετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό πεδίο. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να είναι η θεσμοθέτηση εγγυημένου ασφαλιστικού δικαιώματος υγείας σε ανασφάλιστους πολίτες κατά το πρότυπο του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ). Βεβαίως το ΕΕΕ συνιστά παροχή σε χρήμα και όχι σε είδος, το οποίο χορηγείται σε νοικοκυριά και όχι ατομικά. Ομως, χορηγείται υπό προϋποθέσεις, χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, είναι τακτικό και όχι εφάπαξ και χορηγείται κατόπιν αιτήσεως και όχι αδιάκριτα. Αν είναι δύσκολο σήμερα να θεσμοθετηθεί στη χώρα μας ΕΕΕ (κάτι από το οποίο δεν πρέπει να παραιτηθούμε), είναι πολύ ευκολότερο να παρέχεται υπό προϋποθέσεις δικαίωμα για πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ανασφάλιστων πολιτών.
Είναι άξιο αναφοράς ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα-μέλος της ΟΝΕ που δεν έχει θεσμοθετήσει ΕΕΕ. Η αρχική προσπάθεια κατόπιν πρότασης νόμου του ΠΑΣΟΚ το 2000 προσέκρουσε στις συνήθεις ενστάσεις (της υπεράσπισης δηλαδή κατηγορικών επιδοματικών πολιτικών βασισμένων σε πελατειακές σχέσεις), ενώ παρόμοια τύχη είχε και αντίστοιχη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ το 2005. Το κόστος μιας τέτοιας πρότασης υπολογίζεται σε περίπου 0,5% του ΑΕΠ, ποσό αναμφίβολα σημαντικό. Στην τρέχουσα υφεσιακή συγκυρία, η αναζήτηση τέτοιου πόρου έχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά. Ακόμη και περικεκομμένη, η επιδοματική πολιτική συνεχίζει να είναι κατηγορική, άρα κοινωνικά άδικη και αναποτελεσματική. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η αλλαγή του παραδείγματος στην κοινωνική πολιτική προς το πρότυπο του ΕΕΕ θα απαιτούσε περισσότερους πόρους. Μάλλον το αντίθετο. Το βέβαιο είναι ότι θα έπληττε κατηγορίες ωφελημένων του χρεοκοπημένου πολιτικού μας συστήματος, πολίτες και πολιτικούς.

Ο συνήθης «διάβολος», που όπως λένε κρύβεται στις λεπτομέρειες, πρέπει να αναζητηθεί και στις προϋποθέσεις. Ο δημόσιος διάλογος είναι η απάντηση, όπου όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτόν οφείλουν να εξηγήσουν για τι και για ποιους δημοσιολογούν. Εως τότε, άλλοι θα υποστηρίζουν τα «κεκτημένα» και άλλοι θα εισβάλλουν στο πεδίο υποκαθιστώντας το κράτος με αυτοσχέδιες πολιτικές «κοινωνικών ιατρείων και φαρμακείων». Πολιτικές που όσο κι αν συχνά είναι ανιδιοτελείς και αξιέπαινες, δεν είναι καθολικές, άρα δεν προάγουν την ισότητα, δεν είναι πάντοτε άμοιρες προσωπικής προβολής, εγκυμονούν κινδύνους στιγματισμού των χρηστών τους, ενώ συχνά εθίζουν τους πολίτες στην παροχή δωρεάν υπηρεσιών αδιακρίτως, χωρίς να αναζητείται και να αναγνωρίζεται η ατομική ιδιαιτερότητα και ευθύνη.
Στην όμορη, σχετικά, Πορτογαλία, το μηνιαίο ΕΕΕ ανερχόταν το 2010 σε περίπου 190 ευρώ. Αν όμως αναλογιστεί κανείς πως οι δικαιούχοι ασφάλισης από τον ΟΓΑ «αγοράζουν» το ασφαλιστικό τους δικαίωμα στην υγεία με 12-35 ευρώ μηνιαίως ανά νοικοκυριό και πως η μέση μηνιαία κατά κεφαλήν δαπάνη για υπηρεσίες υγείας από τον ΕΟΠΥΥ δεν υπερβαίνει τα 50 ευρώ, γίνεται φανερό πως η εγγύηση του ασφαλιστικού δικαιώματος στην υγεία είναι οικονομικά εφικτή.
Σήμερα, ο ανασφάλιστος, αν και κατά τεκμήριο φτωχότερος από άλλους ασφαλισμένους πολίτες, υποχρησιμοποιεί τις υπηρεσίες υγείας ή πληρώνει από την τσέπη του περισσότερα χρήματα σε σχέση με τον ασφαλισμένο. Αμφότερα επιδεινώνουν τη φτώχεια του, άμεσα μέσω των αυξημένων εξόδων για υπηρεσίες και φάρμακα και έμμεσα μέσω της επιδείνωσης της υγείας του. Μια άλλη κοινωνική πολιτική, βασισμένη στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, είναι απαραίτητη για να ανακοπεί η επέλαση της φτώχειας και η πρόταση για εγγύηση του ασφαλιστικού δικαιώματος στην υγεία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” στις 9 Ιανουαρίου 2013 στη στήλη “Τρίτη Άποψη”.

 

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (one)

Ζητείται Επαγγελματισμός

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 04 Aug 2011

Είναι προσωπική μου πεποίθηση πως η μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών δεν αντιμετωπίζει και δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντά της με όρους επαγγελματισμού. Πιστεύω πως οι περισσότεροι βουλευτές συζητούν και μιλούν αρκετά αλλά δεν μελετούν επαρκώς. Κάθε λίγο και λιγάκι εμφανίζεται ένα νέο περιστατικό που ενισχύει αυτή μου την πεποίθηση. Τελευταίο χρονικά αλλά όχι και το χειρότερο ως παράδειγμα, το χθεσινό δελτίο τύπου του βουλευτή Κορινθίας της ΝΔ κυρίου Κόλλια για την Ηλεκτρονική Συνταγογράφηση (ΗΣ). Αναφέρει:

«Σύμφωνα με το Μνημόνιο που η ίδια ψήφισε, η Κυβέρνηση όφειλε μέχρι την 1-1-2012 να έχει εγκαταστήσει πλήρες σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους που είχε θέσει για μείωση των δαπανών στον τομέα του φαρμάκου. Επρόκειτο δηλαδή για ένα από τα βασικά εργαλεία, τα οποία υποτίθεται θα μείωναν τα κρατικά έξοδα.

Η εφαρμογή του συστήματος ξεκίνησε πιλοτικά από τον ΟΑΕΕ, με φορέα υλοποίησης την κρατική εταιρεία ΗΔΙΚΑ. Στη συνέχεια το πλάνο ήταν να προκηρυχθεί ανοιχτός διαγωνισμός για την επέκταση της εφαρμογής του σε άλλα ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, επτά μήνες πριν τη λήξη της προθεσμίας, το όλο εγχείρημα βρίσκεται στον αέρα. Η ασυνεννοησία μεταξύ των Υπουργείων Εργασίας και Υγείας έχει καθυστερήσει σοβαρά την εφαρμογή του μέτρου. Πριν από δύο εβδομάδες, ο ίδιος ο Υπουργός Υγείας δήλωσε ότι δεν είναι βέβαιος για το αν θα επιτευχθεί το έργο της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το Υπουργείο Εργασίας δεν προχωρά το έργο. Δήλωσε μάλιστα ότι δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα χρήματα και ότι, ακόμα και αν γίνει άμεσα ο διαγωνισμός, θα χρειαστούν δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Από την άλλη, το Υπουργείο Εργασίας διαβεβαιώνει ότι το έργο προχωρά κανονικά, χωρίς ωστόσο να έχουμε νεότερα από το διαγωνισμό και χωρίς κανείς να γνωρίζει πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την ανάδειξη του τελικού αναδόχου, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο νομικών εμπλοκών. Επιπλέον, δεν έχουμε ενημερωθεί για το σκέλος της χρηματοδότησης. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ότι θα διατεθούν κονδύλια από το ΕΣΠΑ 2007-2013, τώρα ακούμε ότι τα 24 εκατομμύρια ευρώ του έργου θα δοθούν από τα ίδια τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι παλινωδίες στο ζήτημα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης είναι ένα μικρό δείγμα των αιτιών έχουν οδηγήσει την Κυβέρνηση σε πλήρη αποτυχία στους δημοσιονομικούς της στόχους, των αιτιών που δεν έχει κατορθώσει να περιστείλει τις ανεξέλεγκτες κρατικές δαπάνες. Αναρωτιέται κανείς, αν η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εγκαταστήσει ένα σχετικά απλό ηλεκτρονικό σύστημα, πώς θα διεκπεραιώσει το τεράστιο έργο των αποκρατικοποιήσεων, πώς θα πατάξει τη φοροδιαφυγή, πώς θα βάλει τέλος στην κρατική σπατάλη και τη διαρροή των εσόδων. Η Κυβέρνηση φιλοδοξούσε να εξοικονομήσει 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Εάν αποτύχει και σε αυτόν τον στόχο, σε λίγους μήνες θα καταφύγει στη γνωστή, εύκολη λύση της αφαίμαξης μισθωτών και συνταξιούχων.»

Αν ο βουλευτής ήταν περισσότερο μελετημένος θα γνώριζε ότι η ΗΣ λειτουργεί όχι μόνο στον ΟΑΕΕ αλλά στα τέσσερα μεγαλύτερα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας (ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ, ΟΠΑΔ) που αντιπροσωπεύουν το 90% του συνολικού πληθυσμού, γεγονός που δεν απέχει ασφαλώς πολύ από το να χαρακτηριστεί ‘πλήρης εφαρμογή’ από τη θεσμική σκοπιά. Αν ήταν πιο μελετηρός θα γνώριζε ότι στην αρχική εφαρμογή ΗΣ φαρμάκων (www.e-syntagografisi.gr) που ξεκίνησε από τον ΟΑΕΕ τον Οκτώβριο του 2010, προστέθηκε στις αρχές του 2011 η Ηλεκτρονική Συνταγογράφηση ιατρικών εξετάσεων και πράξεων (www.e-diagnosis.gr). Αν ήταν περισσότερο μελετημένος θα είχε φροντίσει να πληροφορηθεί ότι ο ΟΠΑΔ με απόφασή του κατά τη συνεδρίαση υπ’αριθμόν 450 του ΔΣ του, της 6ης Ιουλίου 2011, έλαβε απόφαση για την υποχρεωτική εφαρμογή της ΗΣ στους ασφαλισμένους του σε ποσοστό τουλάχιστον 90% των συνταγών και των παραπεμπτικών, από τη Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011. Θα γνώριζε επίσης ότι αυτό κοινοποιήθηκε εντός του Ιουλίου στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο.

Προκειμένου να μελετήσει ουσιωδώς το θέμα πριν ρίξει μια άσφαιρη ντουφεκιά στον επικοινωνιακό αέρα, θα έπρεπε να είχε έρθει σε ευθεία επαφή με την ΓΓΚΑ, την ΗΔΙΚΑ ΑΕ ή και ακόμα και με εμένα τον ίδιο που εισηγήθηκα και προδιέγραψα το πιλοτικό έργο και που προθύμως θα του παρείχα την τεχνική και άλλη πληροφόρηση που θα χρειαζόταν. Ελπίζω πως δεν του διαφεύγει το γεγονός πως είμαστε συμπολίτες. Αν με ρωτούσε θα μάθαινε επιπλέον, πως χειρόγραφες συνταγές γράφω μόνο σε κατ’οίκον επισκέψεις. Αν αντιμετώπιζε περισσότερο επαγγελματικά το θέμα, δεν θα εστίαζε την παρέμβασή του στην εικαζόμενη ασυνεννοησία μεταξύ δύο υπουργείων. Θα εστίαζε στα γεγονότα και τους αριθμούς. Τα υπόλοιπα είναι για tweets μικροπολιτικής.

Σχετικά δε με το αν είναι ‘απλό’ θέμα η εγκατάσταση ενός πλήρους συστήματος ΗΣ, ας ρωτήσει τους Σουηδούς που χρειάστηκαν 15 χρόνια για να το θέσουν σε πλήρη παραγωγική λειτουργία, τους Δανούς που χρειάστηκαν 10, τους Βρετανούς που παρά τις προσπάθειες 11 ετών δεν έχουν ακόμη πλήρες σύστημα ή τους Αμερικανούς που έχουν μετά από προσπάθειες 7 ετών διείσδυση 15%.

Επίσης, τα κροκοδείλια δάκρυα για τον χρόνο που απαιτείται προκειμένου να καρποφορήσει ένας διεθνής διαγωνισμός, ας περισσέψουν. Αυτά προβλέπουν οι νόμοι. Αν δεν του αρέσουν, ας μελετήσει ένα νέο σχέδιο νόμου και ας το υποβάλλει προς διαβούλευση στη Βουλή. Βουλευτής δεν είναι;

 

ΥΓ. Η φαρμακευτική δαπάνη του τρέχοντος έτους, από τα μέχρι τώρα στοιχεία και τις προβολές για το υπόλοιπο έτος φαίνεται  πως θα συγκρατηθεί γύρω από το στόχο των 3,45 δις ευρώ που προδιαγράφει το επικαιροποιημένο μνημόνιο. Μήπως θυμάστε πόσο ήταν το ποσό για το 2009; 5.200.000.000 ευρώ! Αποτυχία πράγματι!

 

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (2)

Έθνος – ζητιάνος;

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 12 Jun 2011

Photo by Shirley PlowrightΔεν ήταν από τύχη που έπιασα ξανά στα χέρια μου τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη “Οι Γυναίκες με τ’ Αλογίσια Μάτια”. Την πρωτοδιάβασα πριν από πολλά-πολλά χρόνια και θυμόμουν καλά την εντυπωσιακή ανάλυση του ποιητή για τους ζητιάνους. Την αναζήτησα όταν ακούγοντας άλλη μία -και καλά- ανάλυση του γιατί δεν πρέπει η χώρα μας να εξοφλήσει τα χρέη της, ένιωσα πως κάποιοι επιθυμούν συνειδητά να γίνουμε έθνος-ζητιάνος. Όχι μόνο γιατί στη ζητιανιά δεν υπάρχει ανταποδοτικότητα καθώς η μία πλευρά πάντα μόνο δίνει και η άλλη πάντα μόνο παίρνει, και αυτοί που προτείνουν να μην πληρώσουμε τα χρέη μας υπερασπίζονται ακριβώς αυτό, αλλά και διότι αν ακολουθήσουμε τις ‘θαυματουργές’ τους λύσεις είναι βέβαιον πως θα απαξιωθούμε σε επίπεδο ζητιάνου.
Αλλά, ας θυμηθούμε τον Λειβαδίτη:

“…είναι μια ολόκληρη ιστορία, αλήθεια, τούτος ο ζητιάνος
κάποτε του ήταν αδύνατο να ζητιανέψει, ντρεπότανε κι έκλαιγε.
Ώσπου άγρυπνος νύχτες ολάκερες έπεισε τον εαυτό του
πως οι άνθρωποι του χρωστάνε μια περιουσία τεράστια
που καταχράστηκαν απ’ αυτόν, είτε παλιότερα,
απ’ τούς μακρινούς προγόνους του. Άφησε λοιπόν γένια, φόρεσε κουρέλια,
κρέμασε στη φωνή του κι αυτό το ραγισμένο σήμαντρο
προσπαθώντας να κρύψει το τρομερό πρόσωπο της δικαιοσύνης
ή ίσως γιατί ήξερε πως στο βάθος οι άνθρωποι είναι πιότερο πονετικοί
παρά δίκαιοι. Και στέκεται τώρα, χρόνια, εκεί, με το χέρι απλωμένο
μαζεύοντας δεκάρα-δεκάρα όλα τα προαιώνια,
ανεξόφλητα χρέη της ανθρωπότητας στον άνθρωπο.”

Ο ζητιάνος απασχολεί κι άλλες φορές τον ποιητή. Στο ποίημα “Ίνα πληρωθή το ρηθέν” αναφέρεται “ενώ έξω ακούγεται η υπόκωφη φωνή του ζητιάνου σαν απαίτηση ενός χρέους”. Αλλά το θέμα μου σήμερα δεν είναι η ανάλυση της έννοιας του ζητιάνου στην ποίηση του Λειβαδίτη. Είναι το ερώτημα αν πείσαμε τον εαυτό μας ότι οι άλλοι μας χρωστούν και είμαστε έτοιμοι να απεκδυθούμε την αξιοπρέπειά μας και να καταστούμε έθνος-ζητιάνος. Είμαστε άραγε μια κοινωνία “money for nothing and the chicks for free“? Ακόμα και δώρο να θέλανε να μας τα κάνουνε (που προφανώς δεν θέλουν), αυτό και πάλι θα δημιουργούσε κάποιες υποχρεώσεις για μας, ίσως και απεχθέστερες από την αποπληρωμή, αφού, όπως έδειξε ο Marcel Mauss εδώ και έναν περίπου αιώνα, ήδη από τις αρχαϊκές κοινωνίες και μέχρι σήμερα, τα δώρα δημιουργούν υποχρεώσεις αμοιβαιότητας, ίσης αν όχι ακόμη μεγαλύτερης με το δοθέν. Αναλύοντας περαιτέρω ο Bourdieu, σημειώνει με νόημα πως η μη ανταπόδοση του δώρου αυξάνει το συμβολικό του κεφάλαιο το οποίο μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική εξουσία (σελ 194). Τότε γιατί αυτή η θαυματουργή θεωρία της απαλοιφής του χρέους σα να μην υπήρχε, είναι τόσο δημοφιλής; Μια απάντηση μας δίνει η θεωρία του Στρουκτουραλισμού και ειδικά ο Levi-Strauss: οι κοινωνικές δομές και αλληλεπιδράσεις δεν είναι παρά αντανακλάσεις της γνωστικής μας συγκρότησης. Από μια άποψη λοιπόν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως τέτοια παιδεία και συγκρότηση έχουμε ως πολίτες, τέτοια κοινωνία φτιάχνουμε. Με άλλα λόγια, πιστεύουμε στα θαύματα γιατί μέχρι εκεί μας κόβει. Γιατί αυτή η μέθοδος αναλογεί στον τρόπο λειτουργίας του μυαλού μας. Εδώ πιστέψαμε υστερικά στον Καματερό, στον Καζάκη θα κωλώναμε;

Κατά τη δική μου άποψη, δεν είναι δυνατόν να έχουν όλοι ή οι περισσότεροι έστω πολίτες την ευχέρεια και τα εργαλεία να ερμηνεύουν τα απειράριθμα και αντιφατικά ερεθίσματα που εισπράτουν καθημερινά και να συγκροτούν ορθολογικές επιλογές. Ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται μια κατάσταση, συνιστά γι αυτόν πραγματικότητα, ακόμα κι αν άλλοι, μπορούν να αποδείξουν ακόμα και επιστημονικά πως αυτό είναι λάθος. Όταν πρόκειται δε για γεγονότα με κοινωνική διάσταση και όχι προσωπικά, τείνουν να αναζητούν ασφάλεια στους κόλπους μεγάλων ομάδων και να ταυτίζονται με τις αφηγήσεις που συμπλησιάζουν στην οπτική τους. Μοιραία, επιλέγουν από τις υπάρχουσες. Έτσι, οι άνθρωποι καταλήγουν να πιστεύουν στα θαύματα και τις ψευδο-ηρωικές αφηγήσεις τύπου Μίκη Θεοδωράκη, μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν στη διάθεσή τους κάποια άλλη επιλογή, αφού δεν είναι μυστικό πως οι βασικές μεγάλες αφηγήσεις της μεταπολεμικής μας πολιτικής ζωής, η δεξιά και η κεντροαριστερή, απέτυχαν και καταρρέουν παρά τις όποιες και σκόρπιες επί μέρους επιτυχίες τους. Η υστέρηση των τελευταίων βέβαια αντανακλά το επίπεδο μιας αδύναμης κοινωνίας όπως εύστοχα σημειώνει σε άρθρο του ο Γιώργος Σιακαντάρης. Εντούτοις φαίνεται πως οι ιδεολογικές και πολιτικές ελίτ που μας κυβερνούν, δεν νιώθουν ιδιαίτερα στην πλάτη τους το σπρώξιμο κάποιας νεόκοπης ελίτ (για να θυμίσω τη ρήση του Λένιν πως “κανένα καθεστώς δεν έπεσε χωρίς σπρώξιμο”), και όσο συμβαίνει αυτό, θα παραμένουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο, με εκείνη ή την άλλη μορφή, στην εξουσία. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, μιας και η άλλη επιλογή θυμίζει την κατάρρευση στο κενό των πάλαι ποτέ κομμουνιστικών ελίτ στην ανατολική Ευρώπη, που συνοδεύτηκε από το απόλυτο χάος το οποίο χρειάστηκε πολλά χρόνια για να καλυφθεί, με άλλοτε άλλη επιτυχία.

Νομίζω πως τα πράγματα έχουν πια απλοποιηθεί. Έχουμε δύο επιλογές: ή θα επαναδιατυπώσουμε ως έθνος τις μεγάλες μας πολιτικές αφηγήσεις με τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν παιδεία, υγεία και κοινωνική δικαιοσύνη με επάρκεια κοινωνικής κινητικότητας, ή θα καταστούμε έθνος-ζητιάνος. Αλλά ενώ η λογική προβάλλει αυτές τις δύο επιλογές, το πολιτικό μου αισθητήριο μου λέει πως θα σερνόμαστε για όσο το δυνατόν περισσότερο χρονικό διάστημα στην ακμή ανάμεσα στις δύο επιλογές, μην κάνοντας ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Και η ακμή, κόβει. Και συσσωρεύει πόνο.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Κλάψε, παλιάτσο!

Συγγραφέας: Αριστείδης Χατζής | Ημερομηνία: 08 Jun 2011

Το άρθρο αυτό του Αριστείδη Χατζή, δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011 στην εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’.

 

Για να παραφράσουµε τη γνωστή ρήση του Εγκελς (που αντέγραψε ο Μαρξ), στην Ελλάδα η Ιστορία επαναλαµβάνεται σαν φαρσοκωµωδία. Διότι µόνο ως φαρσοκωµωδία µπορεί να χαρακτηριστεί αυτό που διαδραµατίζεται αυτές τις ηµέρες στην Πλατεία Συντάγµατος ένθεν κακείθεν. Σ’ αυτή τη φαρσοκωµωδία έχουµε τουλάχιστον δύο σκηνές: τη σκηνή στο παλκοσένικο και τη σκηνή στον δρόµο. Οµως παίζεται το ίδιο έργο και µάλιστα της ίδιας τεχνοτροπίας. Διότι και τα δύο έργα που βλέπουµε αποτελούν χαρακτηριστικά δείγµατα Κοµέντια ντελ’ Αρτε: έχουµε µασκαράδες που αυτοσχεδιάζουν, προδοσίες και απελπισία ταυτόχρονα µε κωµικοτραγικά στιγµιότυπα, γελοίους χαρακτήρες και φυσικά πονηρούς υπηρέτες που είναι έτοιµοι να χρησιµοποιήσουν κάθε είδους δολοπλοκία για να πετύχουν τους σκοπούς τους.

Το υποτυπώδες σενάριο είναι το ίδιο: οι ηθοποιοί στο παλκοσένικο έχουν κάνει τη ζηµιά και τώρα παριστάνουν ότι δεν έχουν καµία ευθύνη, οι ηθοποιοί στον δρόµο που συµµετείχαν ως ηθικοί αυτουργοί και ταυτόχρονα συνεργοί σ’ αυτή τη ζηµιά, παριστάνουν τώρα και αυτοί ότι δεν είχανε ποτέ καµία ευθύνη – ούτε καν γνώριζαν. Εχουν κρυφτεί και οι δύο κάτω από το τραπέζι και επειδή δεν τους χωράει µαζί, σπρώχνει ο ένας για να διώξει τον άλλον. Συνήθως οι σκηνές αυτές γίνονται ακόµα πιο κωµικές όταν οι χαρακτήρες τους νοµίζουν ότι πρωταγωνιστούν σε τραγωδία. Μετατρέπονται όµως σε σουρεαλιστικές όταν απέναντι από τη µία σκηνή δεν υπάρχουν θεατές αλλά η άλλη σκηνή. Ο αντικατοπτρισµός που δηµιουργείται τυφλώνει τους πάντες.

Αυτό το θέατρο εν θεάτρω µπορεί να αρχίζει σαν φαρσοκωµωδία µε παλιάτσους, αρλεκίνους και κολοµπίνες, µπορεί όµως να καταλήξει µε τον τραγικό τρόπο που καταλήγει η όπερα «Παλιάτσοι» του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο (την ξαναείδαµε στο Ηρώδειο από τη Λυρική Σκηνή, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών). Ο Παλιάτσος πριν εγκληµατήσει έχει χάσει την ικανότητα να διακρίνει την πραγµατικότητα από τη φαντασία. Περιφέρεται ζαλισµένος στη σκηνή µην ξέροντας τι να κάνει, ποιος είναι ο ένοχος, πώς θα τον βρει και µε τι τρόπο θα τον τιµωρήσει. Είναι ταυτόχρονα τραγικός και γελοίος. Είναι τραγικός γιατί τον πρόδωσαν, είναι γελοίος γιατί δεν καταλαβαίνει ότι κι αυτός είναι υπεύθυνος για την τραγική κατάληξη. Ο Παλιάτσος, όπως και οι «Αγανακτισµένοι» εντός και εκτός Βουλής, πάσχουν από αυτό που οι ψυχολόγοι ονοµάζουν «γνωστική ασυµφωνία» (cognitive dissonance), δηλαδή την τάση που όλοι έχουµε, λίγο – πολύ, να σφραγίζουµε τα µάτια µας και τα αυτιά µας για να µην ακούσουµε κάτι που θα διαψεύσει την όµορφη εικόνα που έχουµε πλάσει για τον εαυτό µας.

Οταν η αντιπαράθεση αυτών που πιστεύουµε µε αυτά που η εµπειρική πραγµατικότητα µας υποχρεώνει να δεχτούµε, δηµιουργεί δύο γνωστικά αντιφατικούς κόσµους (τον κόσµο της ειδυλλιακής φαντασίας και τον κόσµο της σκληρής πραγµατικότητας), πολύ συχνά, αντί να προσαρµόσουµε τη συµπεριφορά µας στην πραγµατικότητα, προτιµούµε να προσαρµόσουµε την εικόνα µας για την πραγµατικότητα στην ψευδή εικόνα του εαυτού µας. Χώνουµε το κεφάλι µας στο χώµα, σαν τη στρουθοκάµηλο και ελπίζουµε ότι έτσι η πραγµατικότητα ίσως να πάψει να υπάρχει.

Αλλά στην περίπτωσή µας αναπαράγεται και µία άλλη κλασική σκηνή του κωµικού θεάτρου: ο πρωταγωνιστής κοιµάται και βλέπει ένα ωραίο όνειρο γεµάτο έρωτες και ηρωισµούς αλλά όταν τον ξυπνάνε, ενώ αγανακτεί που τον ενόχλησαν, συνεχίζει να ονειρεύεται. Σ’ αυτήν τη θέση µεταξύ ύπνου και ξύπνου µπορεί να δει κανείς τα πιο ζωηρά όνειρα. Μπορεί να νοµίσει ότι διαβουλεύεται στην Αθήνα του Περικλή ή φυλάει τις Θερµοπύλες µε τον Λεωνίδα, µπορεί να πιστέψει ότι ανατινάζει τους Γερµανούς στον Γοργοπόταµο ή ότι διαδηλώνει στα Ιουλιανά ενάντια στο βασιλικό πραξικόπηµα µε το δικαίωµα που του δίνει το άρθρο 114.

Αυτό όµως που είναι τραγικό και συνάµα γελοίο στην υπόθεσή µας είναι ότι οι πρωταγωνιστές και στις δύο σκηνές είναι τα ίδια πρόσωπα που παίζουν τον ίδιο ρόλο µε άλλα ρούχα, ελπίζοντας να µη διαπιστωθεί η οµοιότητα. Αυτοί που βγάζουν αποφάσεις στην «παραεκκλησία του δήµου» δεν είναι άγνωστοι, δεν έχουν προκύψει από παρθενογένεση, δεν χρησιµοποιούν καν διαφορετικές µεθόδους ή έχουν άλλους στόχους. Οι άλλοι που εργάζονται στο παλκοσένικο, οι επαγγελµατίες ηθοποιοί, δεν είναι θίασος που µας επισκέπτεται, δεν είναι άγνωστοι οι πρωταγωνιστές του. Εχουµε πληρώσει το εισιτήριο για να τους δούµε. Τώρα βέβαια θέλουµε τα λεφτά µας πίσω γιατί δεν µας αρέσει το τέλος. Αλλά έπρεπε να το προβλέψουµε όταν γράφαµε µαζί τους το σενάριο.

—————————————————————————————————————-
Ο Αριστείδης Χατζής είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσµών στο Τµήµα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήµης του Πανεπιστηµίου Αθηνών

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Από τη Χρεοκοπία στην Αυτογνωσία

Συγγραφέας: Ομαδικό Κείμενο Συναίνεσης | Ημερομηνία: 30 Mar 2011

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από το 6ο τεύχος του “The Books’ Journal”.

Υπάρχουν ζητήματα που βρίσκονται εκτός δημοκρατικών διαδικασιών, που δεν μπορούν να τεθούν σε ψηφοφορία. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να ψηφίσουμε για το αν ισχύουν, ή όχι, οι νόμοι του Νεύτωνα – είναι άλλες οι διαδικασίες μέσω των οποίων θα αποφανθούμε για την εγκυρότητα ή μη των νόμων αυτών. Αν εμείς, παρ’ όλα αυτά, θελήσουμε να θέσουμε τους νόμους του Νεύτωνα σε ψηφοφορία, το πραγματικό νόημα της ψηφοφορίας αυτής δεν θα είναι η εγκυρότητα των νόμων, αλλά το κατά πόσον εμείς θέλουμε να τους λαμβάνουμε υπ’ όψη ή θέλουμε να τους αγνοούμε (και ενδεχομένως να φάμε το κεφάλι μας). Σε κάθε περίπτωση οι φυσικοί νόμοι υπάρχουν έξω από μας. Σε μας το μόνο που μένει είναι να συγχρονίσουμε τη σκέψη μας με αυτούς, να τους καταστήσουμε (και μαζί να καταστήσουμε και τους εαυτούς μας) έλλογους, ή να μην το κάνουμε: τούτο το τελευταίο μεταφερόμενο στο επίπεδο της κοινωνίας είναι υπό την ευρεία έννοια ο λαϊκισμός.

Οι κοινωνικοί και οικονομικοί νόμοι δεν είναι ακριβώς σαν τους νόμους της φύσης, αναλλοίωτοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κάθε χρονική περίοδο δεν ισχύουν συγχρονικά τέτοιοι νόμοι. Με αυτή (και μόνο με αυτή) την έννοια, όσα ισχύουν για το φυσικό περιβάλλον και τους νόμους του, ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τα κάθε λογής περιβάλλοντα (κοινωνικό, οικονομικό κ.λπ.) εντός των οποίων βρισκόμαστε και η ισχύς των οποίων εκφεύγει των ορίων της ελληνικής δημοκρατίας. Θα οφείλαμε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε το περιβάλλον αυτό και –στο βαθμό που δεν μπορούμε έτσι απλά, διά προεδρικού διατάγματος, να το αλλάξουμε– να το λαμβάνουμε υπ’ όψη μας. Η ιστορία των τελευταίων τριάντα χρόνων στη χώρα μας, που είναι ακριβώς η ιστορία του λαϊκισμού, εντός του οποίου όλοι, μα κυριολεκτικά όλοι, είμαστε βουτηγμένοι, είναι αδιαλείπτως και σε περίοδο προϊούσας παγκοσμιοποίησης μια ιστορία άγνοιας περιβάλλοντος, νόμων και κανόνων, μια ιστορία έκρηξης ενός ιδιόμορφου ελληνικού βολονταρισμού. Αυτή την άγνοια περιβάλλοντος η Αριστερά την ονομάζει αντίσταση και ανυπακοή, σε πείσμα της δικής μας παιδείας, που δεν τη θεωρούμε δα λιγότερο αριστερή από των άλλων, σύμφωνα με την οποία αντίσταση σημαίνει να αντιπαλεύεις κάτι προκειμένου να το αλλάξεις κι όχι απλώς να το αγνοείς.

Ένα μόνο παράδειγμα άγνοιας αντικειμενικών συνθηκών θα φέρουμε από το παρελθόν, γιατί σκοπός μας εδώ δεν είναι να κάνουμε ιστορία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ενώ η Ελλάδα έχει μόλις εισέλθει στην «Κοινή Αγορά», στην ελεύθερη αγορά της Ευρώπης, και επομένως βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν ελέγχει, το ΠΑΣΟΚ εφευρίσκει ένα υβριδικό οικονομικό μοντέλο, το οποίο θα μπορούσαμε να το κωδικοποιήσουμε ως εξής: παράγουμε καπιταλιστικά, αμειβόμαστε σοσιαλιστικά, καταναλώνουμε ελεύθερα και παγκοσμιοποιημένα. Μέσα σε λίγα χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της μη ανταγωνιστικής ελληνικής παραγωγικής βάσης αφανίστηκε από προσώπου γης, ένα άλλο κομμάτι κατέληγε στο Δημόσιο υπό τη μορφή των προβληματικών επιχειρήσεων. Στο εξής ένας ολοένα συρρικνούμενος και ασθενικός ιδιωτικός τομέας είχε να θρέψει έναν διογκωμένο και διογκούμενο δημόσιο τομέα, με συνέπεια η σοσιαλιστική αμοιβή (σύμφωνα με τις ανάγκες μας) και η ελεύθερη παγκοσμιοποιημένη κατανάλωση να εξασφαλίζεται με δανεισμό.

Αλλά και όταν, στις αρχές του 2000, η χώρα προσχώρησε στο ευρώ, το νόμισμα δηλαδή έπαψε να είναι πολιτικό εργαλείο, καθώς βρέθηκε κι αυτό εκτός ορίων της ισχύος της ελληνικής δημοκρατίας, ουδείς προβληματίστηκε για τη νέα αντικειμενική συνθήκη που δημιουργούνταν και τον τρόπο προσαρμογής προς αυτήν. Κάπως έτσι φτάσαμε στο φθινόπωρο του 2009, όταν ξεκίνησε, δειλά στην αρχή, με μεγάλη ένταση λίγους μήνες αργότερα, η επανάσταση των δανειστών μας, οι οποίοι, λόγω των τεράστιων ελλειμμάτων που σωρεύονταν κάθε χρόνο σε ένα ήδη δυσθεώρητο χρέος, αρνήθηκαν να ανακυκλώσουν το χρέος μας, ή ζητούσαν τέτοια επιτόκια για να το πράξουν που η αποδοχή τους και μόνο εκ μέρους μας ήταν συνώνυμη της χρεοκοπίας.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, μιας κατάστασης δηλαδή που και πάλι το πεδίο ορισμού της βρίσκεται έξω από μας, εκτός ορίων της ελληνικής δημοκρατίας, στις αγορές, ήταν το μνημόνιο. Αρκετοί χαρακτηρισμοί έχουν ακουστεί, όπως «το απαράδεκτο μνημόνιο», «το μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος», «τάσσομαι κατά του μνημονίου», «να κάνουμε δημοψήφισμα, να ψηφίσουμε αν είμαστε υπέρ ή κατά του μνημονίου». Στην πραγματικότητα, σε όλους αυτούς δεν αρέσουν οι συνέπειες του μνημονίου, όπως δεν αρέσουν στους ανθρώπους οι συνέπειες ενός σεισμού ή μιας καταιγίδας. Αλλά οι συνέπειες του μνημονίου, για να αξιολογηθούν, πρέπει να συγκριθούν με τις συνέπειες του μη μνημονίου: το μνημόνιο μας δίνει για κάτι λιγότερο από τρία χρόνια κάποια χρήματα με σχετικά υποφερτό επιτόκιο, προκειμένου αφ’ ενός να εξυπηρετήσουμε το ληξιπρόθεσμο χρέος μας, αφ’ ετέρου να καλύψουμε τα καινούργια ελλείμματα που θα δημιουργήσουμε σ’ αυτά τα τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα, αναλαμβάνουμε την υποχρέωση να μειώνουμε σταδιακά αυτά τα ελλείμματα, μέχρι να τα φέρουμε κάτω του 3% του ΑΕΠ. Για παράδειγμα, το 2009 το Δημόσιο είχε έσοδα περίπου 50 δισ. ευρώ (για την ακρίβεια 49) και δαπάνες 85 δισ., άρα το έλλειμμα ήταν πάνω από 35 δισ. Το μνημόνιο μας επέβαλε να μειώσουμε το 2010 το έλλειμμα κατά 6% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου κατά 15 δισ. Αυτό την ίδια στιγμή σημαίνει ότι μας επέτρεπε (και μας χρηματοδοτούσε) να έχουμε ένα έλλειμμα 20 δισ. (35-15=20). Με αυτά τα 20 δισ. πληρώσαμε μισθούς (μειωμένους), συντάξεις, τόκους κ.ο.κ.

Χωρίς τα χρήματα του μνημονίου η χώρα θα χρεοκοπούσε. Χρεοκοπία σημαίνει βέβαια αδυναμία πληρωμής χρεωλυσίων, ενδεχομένως και τόκων, σημαίνει όμως ταυτόχρονα και αδυναμία δανεισμού, διακοπή συναλλαγών και πάρε-δώσε του ελληνικού Δημοσίου με τον έξω κόσμο. Αδυναμία καινούργιου δανεισμού σημαίνει αδυναμία χρηματοδότησης του καινούργιου (έστω μειωμένου) ελλείμματος που «παράγουμε» ως χώρα το 2010, το 2011 κ.λπ. Σημαίνει δηλαδή αναγκαστικά απότομη, ήδη από το 2010, προσγείωση σε μια κατάσταση μηδενικού ελλείμματος, σαν κι αυτή στην οποία φιλοδοξούμε να φθάσουμε σταδιακά μέσω μνημονίου σε λίγα χρόνια. Αλλά αυτή την απότομη προσγείωση (είναι πολύ εύκολο να την υπολογίσουμε, είναι 36 δισ. ευρώ μείον οι τόκοι που ενδεχομένως χρεοκοπώντας δεν θα πληρώναμε) η χώρα δεν θα μπορούσε κοινωνικά να την αντέξει – εδώ δεν καταφέρνει να αντέξει την πολύ μικρότερη προσγείωση του μνημονίου. Αν καταλαβαίνουμε καλά τα όσα περιγράφουμε, σημαίνουν στην πραγματικότητα μια κατάσταση τόσο διογκωμένου ελλείμματος, ώστε η χώρα να μην αντέχει (κοινωνικά) ούτε καν να χρεοκοπήσει.

Αυτό είναι άλλωστε που φοβούνται και οι αγορές. Φοβούνται δηλαδή ότι αν και όταν, με τη βοήθεια και του μνημονίου, φθάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα και επομένως δεν έχουμε ανάγκη καινούργιου δανεισμού για να χρηματοδοτήσουμε ελλείμματα, τότε και μόνον τότε θα πάμε σε μια μορφή λελογισμένης χρεοκοπίας (αναδιάρθρωση), είτε με κούρεμα είτε με επιμήκυνση είτε με αναδιαπραγμάτευση επιτοκίου, ή με έναν συνδυασμό όλων αυτών, ώστε να μειώσουμε το ύψος των τοκοχρεολυσίων που μας βαραίνουν και που σιγά σιγά θα προσεγγίζουν τα 20 δισ. Λένε πολλοί ότι το μνημόνιο αποτυγχάνει γιατί, ακόμα και στο βαθμό που πετυχαίνουμε κάποιους από τους στόχους του, δεν πέφτουν τα σπρεντ και επομένως δεν θα μπορέσουμε να βγούμε για δανεισμό στις αγορές. Αλλά τα σπρεντ δεν μειώνονται, επειδή οι αγορές φοβούνται όσα περιγράψαμε παραπάνω – και οι αγορές θα συνεχίσουν να φοβούνται. Εμείς δεν έχουμε παρά να εκπληρώσουμε το στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων (το μνημόνιο δηλαδή) και τότε θα έχουμε τη δυνατότητα επιλογής, να «αποφασίσουμε» δηλαδή αν θα επιβεβαιώσουμε τους φόβους των αγορών αναδιαρθρώνοντας το χρέος, ή αν αντέχουμε να το τιμήσουμε – οπότε θα πέσουν και τα σπρεντ. Τα εισαγωγικά στο «αποφασίσουμε» έχουν την έννοια ότι η χρεοκοπία μιας χώρας δεν μπορεί να είναι μια πράξη συμφέροντος, αλλά μια πράξη εξαναγκασμένη, μια πράξη απόγνωσης, η έσχατη λύση. Αυτής της μορφής η χρεοκοπία γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους άλλους. Η άλλη χρεοκοπία, κοινώς το φέσωμα (που ορισμένοι αριστεροί προτείνουν κάπου μεταξύ λύσης και επαναστατικής πράξης), δεν είναι αποδεκτή και προκαλεί αντιδράσεις και αντίποινα. Αυτό καλό είναι να το έχουν κατά νου και όσοι θεωρούν ότι, την ώρα που προσφερόταν στη χώρα η λύση του μνημονίου, εμείς είχαμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τη χρεοκοπία. Η αντίδραση θα ήταν τέτοια, που πιθανότατα σε λίγες βδομάδες δεν θα διαθέταμε συνάλλαγμα να αγοράσουμε πετρέλαιο για να κινηθούν τα φορτηγά μας.

Υπάρχουν άλλοι που κατηγορούν το μνημόνιο ως αντιαναπτυξιακό και κομπάζουν πως είχαν προβλέψει ότι θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αλλά όταν έχεις το 2009 ρίξει 35 δισ. δανεικά στην οικονομία σου (και το ίδιο έκανες και τα προηγούμενα χρόνια) και τώρα πρέπει να τα αφαιρέσεις, είτε σταδιακά (μνημόνιο) είτε απότομα (μη μνημόνιο), πολύ απλά γιατί κανείς δεν σου τα δανείζει πλέον, αυτή η αφαίρεση εξ ορισμού είναι η συρρίκνωση. Ας μας πει κάποιος πώς θα αφαιρεθεί ένα 15% του ΑΕΠ από την οικονομία χωρίς να έχουμε πτώση του ΑΕΠ και θα τον χειροκροτήσουμε, γιατί θα έχει ανακαλύψει νέους γεωμετρικούς χώρους. Σε αυτή την κατάσταση, ανάπτυξη μπορεί κατ’ αρχάς να έρθει μόνο απ’ έξω.

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Να προβλέψουμε σήμερα την τύχη του μνημονίου, κατά πόσον δηλαδή θα μας οδηγήσει σε μια δυνατότητα εξόδου στις αγορές ή σε χρεοκοπία, είναι αδύνατο, γιατί η απάντηση εξαρτάται κυρίως από κάποιας μορφής ρύθμιση του χρέους, ρύθμιση που πάλι δεν εξαρτάται από μας αλλά από αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωζώνης. Δεν μπορούμε να μπούμε εδώ σε αυτή τη μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αυτό που εξαρτάται από μας είναι να μηδενίσουμε το έλλειμμά μας για να είμαστε έτοιμοι και για τη μία και για την άλλη περίπτωση. Αντιθέτως, αυτό που μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια είναι το τοπίο εντός του οποίου θα κινηθούμε ως χώρα στο προβλεπτό μέλλον (ας πούμε τις επόμενες μια δυο δεκαετίες), είτε «πετύχει» είτε «αποτύχει» το μνημόνιο. Σε αυτό το προβλεπτό μέλλον λοιπόν και μετά την «επανάσταση» των δανειστών μας το 2009, κανείς δεν πρόκειται να μας δανείσει για να χρηματοδοτήσει καινούργια ελλείμματα. Επομένως ο πλούτος της χώρας, τα χρήματα που θα έχουμε για να ζήσουμε, για να χρηματοδοτήσουμε τα σχολεία μας, τα νοσοκομεία μας, τις συντάξεις μας και για να πληρώνουμε πίσω τα κουρεμένα ή ακούρευτα τοκοχρεολύσιά μας, θα είναι αυστηρά ό,τι παράγουμε και ό,τι μπορούμε να πουλήσουμε, στους εαυτούς μας και στους άλλους. Αν αυτά είναι πολλά έχει καλώς, αν είναι λίγα τόσο το χειρότερο για μας. Και είναι επίσης σίγουρο ότι σήμερα ξεκινάμε από τα λίγα, ή μάλλον από τα πολύ λίγα.

Μεταβαίνουμε επομένως (έχουμε ήδη εισέλθει) από μιαν εποχή του απόλυτου σε μια εποχή του οικονομικά σχετικού. Από μιαν εποχή όπου πολλοί άνθρωποι στον δημόσιο τομέα, στενό και ευρύτερο, αλλά και συνταξιούχοι, μέχρι και αγρότες που έστηναν μπλόκα στα Μάλγαρα, αμείβονταν σύμφωνα με τις ανάγκες τους (έστω τις ελάχιστες ανάγκες για μερικούς από αυτούς) και τις διεκδικήσεις τους, το δε κράτος δανειζόταν για να καλύψει αυτές τις ανάγκες, περνάμε σε μιαν εποχή που οι ανάγκες πρέπει να προσαρμοστούν στο τι παράγουμε και τι είμαστε σε θέση να πουλήσουμε (ανταλλάξουμε). Σε αυτή την καινούργια εποχή του σχετικού δεν υπάρχουν απόλυτες και κατοχυρωμένες κοινωνικές κατακτήσεις κι ας τις έχουν γράψει στο παρελθόν με ανεξίτηλη μελάνη επιφανείς νομικοί στα βιβλία του κράτους. Δεν υπάρχουν απόλυτα εγγυημένα χρήματα ούτε καν ονομαστικά, όπως θα υπήρχαν, αν π.χ. το κράτος ήλεγχε ακόμα (νόμιζε, όπως λέει και η λέξη, δηλαδή θέσπιζε) το νόμισμα. Αν ακόμα είχαμε το νόμισμα (δραχμή) ως κράτος στα χέρια μας, θα μπορούσαμε να κοροϊδευόμαστε (όπως κάναμε πολλάκις στο παρελθόν) ότι κατοχυρώνουμε ονομαστικά σταθερές αξίες (και να καμωνόμαστε ότι αγνοούμε πως οι πραγματικές αξίες μειώνονταν ακολουθώντας τους νόμους της οικονομίας). Τώρα με το ευρώ δεν μας δίνεται ούτε καν αυτή η δυνατότητα: το νόμισμα δεν εξαρτάται από μας και από κανέναν μεμονωμένο εταίρο, έχει (με γερμανική συμβολή) καταστεί απόλυτη αξία, κάτι σαν τα χρυσά νομίσματα του παρελθόντος. Αλλά κι αυτά οι παλιοί μας πρόγονοι τα νόθευαν (πληθώριζαν), όταν οι ανάγκες το απαιτούσαν (να τες πάλι οι αναθεματισμένες οι ανάγκες, πετιούνται). Άραγε θα επιτρέψει η γερμανική ορθοδοξία, για μία μόνο φορά, να κάνει και η Ευρώπη το ίδιο, να μετατραπούν δηλαδή κρατικά χρέη σε πληθωρισμό; Ίδωμεν, αλλά δυστυχώς ούτε αυτό είναι στο χέρι μας. Και το πρόβλημα, αν καταφέρουν και το περιορίσουν σε Ελλάδα και Ιρλανδία, δεν θα είναι και δικό τους (των άλλων Ευρωπαίων), αλλά μόνο δικό μας.

Σε αυτό το νέο τοπίο στο οποίο ήδη βρισκόμαστε, η ανακατάκτηση των κατακτήσεων που χάθηκαν δεν θα γίνει με τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν. Θέλουμε – δεν θέλουμε, κατακτήσεις από δω και πέρα θα είναι τα μερίδια αγοράς, εγχώριας και ξένης, τα οποία κατακτούμε. Αυτού του τύπου οι κατακτήσεις δεν είναι μόνιμες, δεν είναι ποτέ κατοχυρωμένες, απαιτούν διαρκή προσπάθεια για να διατηρηθούν ή και να διευρυνθούν. Είναι όμως από αυτές τις κατακτήσεις, από την παρουσία μας δηλαδή στην αγορά, που θα προκύψει η όποια πίτα κληθούμε να μοιραστούμε με δεξιό ή αριστερό τρόπο. Κι αν όμως νομίζουμε ότι τουλάχιστον ως προς αυτό, το αν δηλαδή θα μοιράσουμε την πίτα δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα, είμαστε επιτέλους ελεύθεροι να επιλέξουμε δημοκρατικά τον τρόπο διανομής της αρεσκείας μας, είμαστε και πάλι γελασμένοι. Γιατί η αγορά έχει νόμους, κι όποιος δεν τους ακολουθήσει η αγορά τον ξεβράζει. Με άλλα λόγια, ο τρόπος που θα επιλέξουμε να διανείμουμε την πίτα θα επηρεάσει το μέγεθος της ίδιας της πίτας.

Οι αριστεροί, για να κάνουμε τη ζωή μας εύκολη και λάιτ, θεωρήσαμε τον νεοφιλελευθερισμό ως ένα φαινόμενο που εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στο χώρο της ιδεολογίας. Ως εκ τούτου, πιστέψαμε ότι αν αντιπαλέψουμε ιδεολογικά τον νεοφιλελευθερισμό, αν τον ξεριζώσουμε δηλαδή από τα μυαλά των ανθρώπων (άλλωστε από «ζύμωση» πάντα καλά τα πηγαίναμε), μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι ιδεολογία, είναι κατάσταση πραγμάτων. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ο νεοφιλελευθερισμός είναι η ιδεολογία που απορρέει από την κατάσταση της δικτατορίας της αγοράς παγκοσμίως. Και η κατάσταση αυτή, όσο κι αν δεν μας αρέσει και όσο αποτελεσματικά κι αν την αποκρούσουμε ιδεολογικά, είναι εκεί, πεισματικά, και υπαγορεύει τους κανόνες και τους νόμους της σε όποιον θέλει να υπάρξει εντός της οικονομίας, σε όλους δηλαδή, χωρίς να μας ρωτάει αν αυτοί μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν. Για να κάνουμε δε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα και πιο σύνθετα, να συμπληρώσουμε ότι την κατάσταση αυτή, την αγορά, τη συναποτελούμε και τη συνδιαμορφώνουμε όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, όλοι με πανομοιότυπο τρόπο. Οι αριστεροί δηλαδή, ενώ διατεινόμαστε ότι έχουμε να προτείνουμε έναν «αριστερό τρόπο παραγωγής», δεν έχουμε και βεβαίως δεν ακολουθούμε έναν αντίστοιχο αριστερό τρόπο κατανάλωσης. Αλλ’ έτσι υπαγορεύουμε κι εμείς τους νόμους της αγοράς, την κυριαρχία των οποίων κατά τα άλλα αντιμαχόμαστε.

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Ποια μπορεί λοιπόν να είναι, ή, πιο σωστά, υπάρχουν περιθώρια να εκφραστεί μια αριστερή πολιτική πρόταση για την πορεία της χώρας μας σε αυτό το νέο τοπίο, γι’ αυτό που παραπλανητικά (νομίζοντας ότι θα επανέλθουμε στα παλιά) ονομάζουμε έξοδο από την κρίση; Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς σε όσα αναφέραμε κι αν δεν θέλουμε, σαν τους καλόγερους του Μεσαίωνα, να βαφτίζουμε διάφορες προτάσεις ως αριστερές για να τις καταναλώνουμε, πρέπει να παραδεχθούμε ότι τους βασικούς οικονομικούς κανόνες για την έξοδο από την κρίση τους υπαγορεύει η αγορά. Με άλλα λόγια και για να μην κοροϊδευόμαστε, δεν υφίσταται αυτό που λέμε αριστερή έξοδος από την κρίση. Σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει καν ρόλος για την Αριστερά στο νέο τοπίο; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να δούμε ποιος ήταν ο ρόλος της Αριστεράς στην προηγούμενη κατάσταση.

Από τη μεταπολίτευση και μετά, με την καθοριστική αλλά όχι αποκλειστική συμβολή του ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά υπέστη μία μετάλλαξη. Από την Αριστερά της θυσίας, της ατομικής θυσίας, για χάρη των μεγάλων πολιτικών και συλλογικών προταγμάτων, είτε αυτά ήταν ο σοσιαλισμός είτε η δημοκρατία, προταγμάτων που κάθε αριστερός ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ατομικό κόστος για να τα διεκδικήσει, περάσαμε, με την εδραίωση της δημοκρατίας, σε μια άλλου τύπου Αριστερά, του εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν. Μια Αριστερά που, ίσως και λόγω της στέρησης και της κακουχίας του παρελθόντος, αισθάνεται ότι τώρα ήρθε πια η ώρα να διεκδικήσουμε τη ζωή, ο καθένας για τον εαυτό του, ή τον κλάδο του (αλλά και πάλι με την έννοια του εαυτού του). Περάσαμε δηλαδή από μια πολιτική Αριστερά σε μιαν οικονομίστικη Αριστερά, από μιαν Αριστερά που διεκδικεί το συνολικό, δηλαδή το όλον, σε μιαν Αριστερά που εντός του συστήματος διεκδικεί το ατομικό, το μερικό, μια πιο εγωιστική Αριστερά. Ας το πούμε κυνικά: αυτή η Αριστερά είναι ακίνδυνη για το σύστημα, αλλά ζητάει «οικονομικό αντάλλαγμα» ώστε να είναι ακίνδυνη για το σύστημα. Λέμε όλοι ότι οι πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης είναι περίοδος ηγεμονίας των αριστερών ιδεών. Αλλά αυτές οι ιδέες πλήρωσαν ένα τίμημα ώστε να μπορούν να ηγεμονεύουν μέσα σε μιαν αδιαλείπτως καπιταλιστική κοινωνία.

Τούτη η ιδεολογική διεργασία (στην οποία οφείλεται η μεγάλη πολιτική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ) συνοδεύτηκε και από μιαν αντίστοιχη οικονομική διεργασία, την οποία έχουμε ήδη υπαινιχθεί προηγουμένως: το Δημόσιο, προκειμένου να εξασφαλίσει το «αντάλλαγμα», αρχίζει να τυπώνει χρήμα αλλά και να δανείζεται χρήμα (ειρήσθω εν παρόδω: το τύπωμα, δηλαδή ο πληθωρισμός οδηγεί σε μαζική φυγή εγχωρίων κεφαλαίων στο εξωτερικό προς εξασφάλιση της αξίας τους κι αυτό πέραν του ότι στερεί πόρους για την ανάπτυξη, δημιουργεί ανάγκη περαιτέρω εξωτερικού δανεισμού οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο). Αυτή η συνεχιζόμενη κατάσταση του δανεισμού από το κράτος προς εξυπηρέτηση ατομικών αναγκών δημιουργεί στους Έλληνες μιαν αντίστοιχη ιδεολογία. Την ιδεολογία ότι το κράτος ορίζει το χρήμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται μια απέραντη πηγή πλούτου από την οποία μπορεί να διεκδικήσει κανείς το μερτικό που αναλογεί στις ανάγκες του. «Δεν θα κερδίσεις αν δεν διεκδικήσεις» έγραφε ένα πανό των περσινών (και τελευταίων) αγροτικών κινητοποιήσεων, εκφράζοντας με τον πιο λακωνικό τρόπο τη διάχυτη ιδεολογία που στο μεταξύ είχε εδραιωθεί όχι μόνο στους εργαζομένους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά στο σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, ότι δηλαδή δεν κερδίζουμε (ή δεν κερδίζουμε μόνο) πουλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας στην αγορά, αλλά διεκδικώντας μαχητικά μερίδια από τον απέραντο δημόσιο κορβανά. Υπερβάλλοντας κάπως μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα δημιουργήσαμε έναν δεύτερο, παράλληλο προς τον καπιταλιστικό, τρόπο παραγωγής που συνίσταται στην ατομική (ή και κλαδική) ιδιοποίηση δημόσιου χώρου, με τη έννοια όχι μόνο του δημόσιου χρήματος ή της δημόσιας γης, αλλά της δημόσιας σφαίρας γενικότερα. Γιατί αυτό που ξεκίνησε ως οικονομική συνδρομή του κράτους σε έναν ταλαιπωρημένο πληθυσμό, πολύ σύντομα κατέληξε σε ένα γενικευμένο πλιάτσικο των ατόμων εναντίον της δημόσιας σφαίρας, σε ατομική εδώ και τώρα κατανάλωση της δημόσιας σφαίρας.

Το φαινόμενο, όπως είπαμε, υπερέβη το δημόσιο χρήμα και επεκτάθηκε σε όλες τις εκφάνσεις αυτού που αποκαλούμε δημόσιο χώρο. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα ότι στο σκάνδαλο Βατοπεδίου και με αφορμή δημόσιες εκτάσεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη που περιήλθαν μέσω ανταλλαγών στη Μονή, η οποία και τις πούλησε, αυτοί που αντέδρασαν δεν ήταν τίποτε αγανακτισμένοι πολίτες, αλλά οι δικηγόροι μιας ομάδας γονέων, οι οποίοι προόριζαν (ή το κράτος τους είχε υποσχεθεί) τις ίδιες αυτές δημόσιες εκτάσεις για να προικίσουν τις κόρες τους, για μιαν άλλη ιδιοποίηση δηλαδή. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική γιατί δείχνει μια διαμάχη όλων εναντίον όλων με λάφυρο τον δημόσιο χώρο, μια μάχη του ατόμου εναντίον κάθε μορφής κοινωνικής συγκρότησης. Αλλά δεν ήταν μόνον οι υλικές εκφάνσεις του δημοσίου χώρου (γη, χρήμα) που διεκδικήθηκαν προς ιδιωτικοποίηση, τα ίδια έπαθαν και οι έννοιες, το περιεχόμενο των οποίων και αυτό στρεβλώθηκε. Η έννοια της γνώσης, για παράδειγμα, ως δημοσίου αγαθού, ως αγαθού δηλαδή από το οποίο ωφελείται όλη η κοινωνία, στρεβλώθηκε, αποστερήθηκε του κοινωνικού της περιεχομένου, ιδιωτικοποιήθηκε, κατάντησε ένα κενό γνωστικού περιεχομένου αποδεικτικό χαρτί προς ιδιωτική επαγγελματική εξαργύρωση (και εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς τι ρόλο έπαιξαν τα δανεικά χρήματα, δηλαδή τα ψεύτικα χρήματα, στη δημιουργία ψεύτικων επαγγελματιών). Η ίδια η έννοια της κοινωνίας, ο τρόπος που καταλαβαίνουμε την κοινωνία και τις συλλογικότητες γενικότερα, στρεβλώθηκε κι αυτή. Συλλογικότητα κατέληξε να θεωρείται το άθροισμα χιλιάδων ή εκατομμυρίων επί μέρους ατομικοτήτων και κοινωνικό συμφέρον το άθροισμα όλων αυτών των ατομικών συμφερόντων. Αλλά όσες ατομικότητες και αν προσθέσει κανείς, τίποτε συλλογικό δεν προκύπτει ως άθροισμα, αν δεν προηγηθεί ένας μετασχηματισμός του ατομικού, μετασχηματισμός που αυτός και μόνον αυτός δημιουργεί μια νέα διάσταση, τη διάσταση του συλλογικού, έναν νέο χώρο, τον δημόσιο χώρο. Όταν λοιπόν λέμε ότι ο δημόσιος χώρος λεηλατήθηκε, κατακλύσθηκε από το ατομικό, δεν περιγράφουμε μόνο μιαν υλική λεηλασία, αλλά μια διαδικασία έκλειψης της ίδιας της έννοιας του δημόσιου χώρου. Η οικονομική χρεοκοπία του Δημοσίου που ζούμε εδώ και έναν χρόνο δεν είναι παρά η ποσοτική έκφανση του συνολικότερου αυτού φαινομένου. Η ανομία –γιατί οι νόμοι δεν είναι κι αυτοί παρά μια συνθήκη συνοχής του δημόσιου χώρου– είναι μια άλλη έκφανση αυτής της καταστροφής.

Αν, όπως είπαμε, το Δημόσιο είμαστε όλοι εμείς αλλά μετασχηματισμένοι (σαν από έναν καθρέφτη μέσω του οποίου βλέπουμε ο καθένας τον εαυτό του υπό το πρίσμα της κοινωνίας), ο κατακλυσμός και η καταστροφή του δημόσιου χώρου από την έκρηξη της ατομικότητας περιγράφει απλούστατα μία κατάσταση όπου το άτομο, ο κλάδος και γενικότερα το μερικό, στρέφεται εναντίον του γενικού και μέσω αυτού εναντίον όλων ημών των άλλων μεμονωμένα. Η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου σημαίνει λοιπόν γενικευμένο πόλεμο του καθ’ ενός εναντίον του διπλανού του, του ενός κλάδου εναντίον του άλλου κλάδου, του σημερινού συνταξιούχου εναντίον του αυριανού συνταξιούχου, της σημερινής γενιάς εναντίον των επομένων, μια ζωή αφόρητη έξω από τα ιδιωτικά μας καταφύγια εκεί όπου αρχίζει η κοινωνική ζούγκλα, σημαίνει τελικά την καταστροφή της πολιτικής και του πολιτισμού.

Η ιδεολογική αλλά και «αγωνιστική» συμβολή της μεταπολιτευτικής Αριστεράς (όσο κι αν δεν κυβέρνησε ποτέ) σε αυτή την έξαρση του ατομικισμού και την καταστροφή του δημόσιου χώρου ήταν και είναι καθοριστική. Η Αριστερά προσχώρησε ασμένως στη λαϊκιστική στρέβλωση δικών της ιδεών κατά τη δεκαετία του 1980 και έχει καταλήξει σήμερα να είναι προνομιακός –αλλ’ όχι μοναδικός1– υπερασπιστής του ανδρεοπαπανδρεϊσμού της δεκαετίας αυτής. Η ρεαλιστική δυνατότητα, η ρεαλιστική διέξοδος, δημιουργίας χρήματος (και διά του δανεισμού) από το κράτος, γρήγορα έστρεψε την ταξική πάλη από το κεφάλαιο προς το κράτος, από τον ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο χώρο. Η Αριστερά κατανόησε τον εαυτό της ως προνομιακό φορέα αυτής της διεκδίκησης δημοσίου χώρου, αλλά με τον δικό της τρόπο: όχι τον κυβερνητικό-αναδιανεμητικό, αλλά τον αγωνιστικό. Σε κάθε περίπτωση η Αριστερά, ταυτίζοντας το κράτος με το κεφάλαιο, έστρεψε τη διεκδίκηση εναντίον του κράτους, εναντίον της θεσμισμένης υπαρκτής συλλογικότητας. Ταυτίστηκε με επιμέρους κοινωνικά στρώματα, κλάδους ή άτομα (του δημοσίου τομέα αλλ’ όχι μόνο), συμμάχησε με το μερικό εναντίον του γενικού, συμμάχησε με το άτομο εναντίον του κράτους. Γι’ αυτή την Αριστερά που έχει υιοθετήσει τη σκοπιά του ατόμου, το κράτος, ακόμα και εν καιρώ δημοκρατίας, δεν είμαστε όλοι εμείς, δεν είναι καν «δικό τους και δικό μας», είναι ξένο, ανήκει στον αντίπαλο, είναι ο πολιτικός φορέας του καπιταλισμού που πρέπει να καταστραφεί. Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατομικού και του μερικού φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε, έστω και η απόπειρα να σκεφτεί κάποιος από τη σκοπιά του γενικού, να καταγγέλλεται ως κυβερνητισμός. Ακόμα και τα ασφαλιστικά ταμεία δεν είναι για αυτή την Αριστερά δικά μας, δεν ανήκουν στους εργαζόμενους, αλλά αντιμετωπίζονται σαν να είναι ξένα, ένας θεσμός κατάλληλος, από τη σκοπιά του ατόμου και του ατομικισμού, μόνο για άρμεγμα. Η ταξική πάλη, από πάλη των εργαζομένων εναντίον του κεφαλαίου, μετασχηματίστηκε σε πάλη του ατόμου ενάντια στο κράτος (ως εκ τούτου η Αριστερά αυτή συμπορεύεται φυσιολογικά και εκ των πραγμάτων με τον αντιεξουσιαστικό χώρο γυρίζοντας το ρολόι της ιστορίας της διακόσια χρόνια πίσω). Η Παπαρήγα έκανε μια πολύ ωραία και πολύ αριστερή ομιλία – ανάλυση στη συζήτηση για το μνημόνιο στη Βουλή, μόνο που συνέχεε διαρκώς το κεφάλαιο με το κράτος. Την ίδια βδομάδα, έξω από τη Βουλή, δήλωνε στους δημοσιογράφους: «κι έτσι κι αλλιώς θα μας τα πάρουν». Ποιοι είναι αυτοί; Το Δημόσιο. Ποιοι είμαστε εμείς; Τα άτομα. Τι θα μας πάρουν; Φόρους. Αλλά για την Παπαρήγα, «αυτοί» ήταν το κεφάλαιο και «εμείς» οι εργαζόμενοι.

Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατομικισμού ήταν η αιτία της επιτυχίας και της επιβίωσης της Αριστεράς στην Ελλάδα σε μια περίοδο που, μετά και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και μαζί τού συλλογικού οράματος της Αριστεράς, σε άλλες χώρες της Ευρώπης η Αριστερά μπήκε στο περιθώριο. Αλλ’ η διαπίστωση αυτή είναι ταυτόσημη με την απόφανση ότι αυτός, η παρόξυνση του ατομικισμού, υπήρξε ταυτόχρονα και ο ιστορικός της ρόλος την τελευταία τριακονταετία στην Ελλάδα και με αυτή την έννοια η Αριστερά συνέβαλε το μερτικό της στη σημερινή χρεοκοπία του συνόλου και στα δεινά των ατόμων που αυτή συνεπάγεται. Δεν ήταν βέβαια αυτές οι προθέσεις της όταν ξεκινούσε τη μεταπολιτευτική της πορεία. Για άλλο ταξίδι είχαν ξεκινήσει τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, όταν μαζεύονταν τότε στα στάδια για να τραγουδήσουν Θεοδωράκη. Ακόμα και σήμερα, που τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει, δεν μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική Αριστερά ασκεί συνειδητά αυτόν τον ιστορικό ρόλο. Άλλοι φαντάζονται, καλλιεργώντας τον ατομικισμό, ότι ασκούν πολιτική ζύμωσης για να καταδείξουν στο άτομο ότι το σύστημα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Άλλοι απολαμβάνουν την αγωνιστική διεκδίκηση ατομικιστικών αιτημάτων ως προοίμιο ευρύτερων επαναστατικών αγώνων. Σίγουρα, όλοι βρίσκουν ένα ρόλο, μια θέση σε όλη αυτή την ιστορία, ρόλο που τους επιτρέπει να υπάρχουν ως αριστεροί στην αγορά της Αριστεράς (για να μην πούμε τίποτα χειρότερο). Σε πείσμα όμως όλων, η ιστορία δεν γράφεται από τις υποκειμενικές προθέσεις μας, αλλά από τις πράξεις μας και τα αποτελέσματά τους, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο αυτές αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον. Ξαναγυρίζουμε έτσι στη γνώση του περιβάλλοντος από την οποία ξεκινήσαμε.

ΣΤΟ ΝΕΟ ΤΟΠΙΟ

Μπορούμε τώρα να επανέλθουμε στο ερώτημα που έχουμε θέσει σχετικά με το ρόλο της Αριστεράς στο νέο τοπίο. Από όσα είπαμε, ένα πράγμα προκύπτει: ότι ο ρόλος αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ρόλος αντιστροφής, ιστορικής αντιστροφής, των όσων με συνευθύνη της Αριστεράς διαπράχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Οφείλουμε, σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, να ξαναχτίσουμε όσα χρεοκοπήσαμε, αν θέλετε γιατί είναι (και) δικά μας δημιουργήματα, είτε μιλάμε για το κράτος και το κράτος πρόνοιας είτε μιλάμε για τα ταμεία, για τους θεσμούς, την παιδεία, την αλληλεγγύη και πάνω από όλα για την ιδιότητα του πολίτη. Όλα αυτά μας πήρε δύο αιώνες για να τα στήσουμε στα πόδια τους, μα μόλις δυο δεκαετίες για να τα γκρεμίσουμε. Το οφείλουμε όμως όχι μόνο στην ιστορία μας, αλλά και στο λαό, στους πιο αδύναμους, γιατί αυτοί είναι που έχουν πάντα περισσότερη ανάγκη από το κράτος και τους θεσμούς. Ο λαός έχει και θα έχει ανάγκη το κράτος του, μόνο που, σήμερα που μιλάμε, έχει ακόμα περισσότερο το κράτος ανάγκη το λαό του. Κι αν αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι τα βάρη της ανασυγκρότησης θα πέσουν, όσες δόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης κι αν προσθέσουμε, τελικά στις πλάτες του λαού, η απάντηση είναι μοιρολατρικά μία: γιατί, πότε άραγε στην ιστορία ήταν αλλιώς;

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι πρέπει να επανανακαλύψουμε και να προτάξουμε το γενικό έναντι του μερικού, το δημόσιο έναντι του ατομικού. Να επανανακαλύψουμε τον κυβερνητισμό, όχι για να κυβερνήσουμε, μα για να γνωρίσουμε και να διαδώσουμε την ιδεολογία του συνολικού, τη σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος, σε τελευταία ανάλυση την ιδιότητα του πολίτη. Να μην υπομένουμε απλώς στωικά (δηλαδή από τη σκοπιά του ατομικισμού) τις κακουχίες που έρχονται, μα να τις συναντήσουμε με πνεύμα προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης. Να δεχτούμε και μειώσεις μισθού, όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει επί ποινή καταστροφής η αγορά, αλλά για να μπορέσουν και κάποιοι άλλοι να κρατήσουν τη δουλειά τους – και για τον εαυτό τους μα και για να συμβάλουν κι αυτοί με την παραγωγή τους στην ανασυγκρότηση. Να στήσουμε μέσα από τα μειωμένα έσοδά μας ένα δίχτυ προστασίας για τους απολυμένους, τους πολλούς που αναπόφευκτα θα χάσουν τη δουλειά τους καθώς ολόκληρες περιοχές της οικονομίας θα καταστρέφονται ή θα συρρικνώνονται. Και επειδή άλλοι οικονομικοί τομείς πρέπει μελλοντικά να αντικαταστήσουν αυτούς που καταστράφηκαν, πρέπει να ανασυγκροτήσουμε την παιδεία ως παραγωγική δύναμη (με την ευρύτερη δυνατή έννοια), να ασχοληθούμε και με την παραγωγή της πίτας, να επανανακαλύψουμε τον παραγωγισμό, τον οποίο εγκαταλείψαμε εδώ και πενήντα χρόνια κάπου εκεί στον Μπάτση. Να εναντιωθούμε σε κάθε είδους σπατάλη και ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος, με επίγνωση ότι στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όχι απλώς οι «κλέφτες», αλλά και πολλοί υψηλόμισθοι και υψηλοσυνταξιούχοι των ΔΕΚΟ, όπως επίσης στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι κάθε λογής φοροφυγάδες, οι οποίοι όχι μόνο ιδιοποιούνται δημόσιο χρήμα αλλά και, με την ψευδή εικόνα που παρουσιάζουν, καθιστούν ανεφάρμοστο κάθε στοιχειώδες μέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Να συμβάλουμε στην ανάδειξη συνδικαλιστών που είναι ταυτόχρονα και πολίτες, δηλαδή να πολιτικοποιήσουμε τον συνδικαλισμό, πράγμα που θα οδηγούσε σε ένα νέο είδος ανθρώπου-συνδικαλιστή, το οποίο διαλέγεται (άρα είναι και σκεπτόμενο) αντί να συμπεριφέρεται ως στρατιωτική φάλαγγα στην οδό Σταδίου.

Πόσο αριστερή είναι άραγε αυτή η Αριστερά, πόσο αλλάζει την κοινωνία; Θα μπορούσαμε υπεκφεύγοντας να απαντήσουμε: «πάντως όχι λιγότερο από την υπαρκτή». Οφείλουμε ωστόσο και μιαν απάντηση επί της ουσίας. Επί της ουσίας λοιπόν και έχοντας ήδη δεχθεί ότι το δρόμο εξόδου από την κρίση τον υπαγορεύουν κατά βάση οι αγορές, η προτεινόμενη αναγκαστική συμπόρευση με τη δεδομένη αυτή κατάσταση, δεν αλλάζει βέβαια τον κόσμο ούτε καν ριζικά την ελληνική κοινωνία – απλώς την επαναφέρει σε ένα επίπεδο κυριαρχίας το οποίο είχε, ή νόμιζε ότι έχει κατακτήσει και το απώλεσε. Συντηρεί δηλαδή, ή μάλλον δημιουργεί, ένα κράτος, με όση φωνή αλλά και προστατευτική ισχύ αυτό μπορεί να έχει σε καιρό παγκοσμιοποίησης. Όσο για την αλλαγή της κοινωνίας, είπαμε ότι οι οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι, σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης, δεν είναι αιώνιοι και αναλλοίωτοι, μεταβάλλονται ή και αλλάζουν ριζικά. Κι όσο κι αν χωράει πολλή συζήτηση, αν είναι τελικά οι άνθρωποι που αλλάζουν τις συνθήκες, ή οι αλλαγμένοι άνθρωποι είναι προϊόντα αλλαγμένων συνθηκών και ο καθένας μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα με το βαθμό αισιοδοξίας ή κοινωνικού ντετερμινισμού που τον διακρίνει, είναι σίγουρο ότι ακόμα κι αν ισχύει το δεύτερο, πραγματοποιείται μέσω του πρώτου. Οι άνθρωποι καθημερινά δρουν μέσα στα πράγματα και τα επηρεάζουν ή και τα αλλάζουν με τη δράση τους – αλλά για να επηρεάσεις και να αλλάξεις κάτι πρέπει να παρέμβεις πολιτικά στο πεδίο ορισμού του. Και είναι ακριβώς αυτό το πεδίο ορισμού που, τον καιρό της παγκοσμιοποίησης, είναι πολιτικά ασχημάτιστο και διαφεύγει από την εμβέλεια της παρέμβασής μας. Στο σχηματισμό, στην πολιτική σχηματοποίηση αυτού του παγκόσμιου πεδίου είναι που υπάρχουν όχι απλώς τα περιθώρια, αλλά και το καθήκον αριστερής πολιτικής παρέμβασης με την κυριολεξία του όρου, δηλαδή παρέμβαση που δημιουργεί πράγματα και αλλάζει πράγματα. Αλλά ακόμα κι αυτή η παρέμβαση προϋποθέτει κράτος, κράτος με φωνή και παρουσία, κατά το δυνατόν ισχυρό κράτος. Γυρίζουμε έτσι και πάλι στο ζήτημα της ανασυγκρότησής του.

———————————

1 Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με την οριστική επικράτηση της λαϊκής έναντι της φιλελεύθερης Δεξιάς εντός της νέας Δημοκρατίας, το κόμμα αυτό υιοθετεί πολλά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον πασοκικό λαϊκισμό, ιδιαίτερα καθώς την ίδια εποχή το ΠαΣοΚ του Κ. Σημίτη προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να τα εγκαταλείψει. ο λαϊκισμός εξαπλώνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα, αποτελεί κυρίαρχη ιδεολογία εντός της κοινωνίας, χωρίς την επίκληση της οποίας κανένα κόμμα δεν μπορεί να κερδίσει εκλογές, και είναι πλέον η νέα Δημοκρατία της περιόδου 2004-2009 που εμφορούμενη πλήρως από αυτόν δίνει, απολύτως φυσιολογικά, την τελική και αποφασιστική ώθηση προς τη χρεοκοπία.

———————————-

Tο κείμενο αυτό προέκυψε από συζητήσεις μεταξύ των συνυπογραφόντων, γράφτηκε από τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο, αλλά συνυπογράφεται από όλους, προκειμένου να καταδειχθεί όχι μόνο το αυτονόητο, η συμφωνία δηλαδή με τον προβληματισμό που αναπτύσσεται, αλλά κυρίως η ανάγκη κοινής στάσης, αν όχι συστράτευσης, όλων στις κρίσιμες στιγμές που διανύουμε.

– Από τους Ορέστη Καλογήρου, Γιώργο Καρρά, Βάσω Κιντή, Μάνο Ματσαγγάνη, Ελίζα Παπαδάκη, Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο.

 

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (3)

Η θέσπιση του ΕΟΠΥΥ και οι ΟΤΑ α’ βαθμού

Συγγραφέας: Μιχάλης Κούτρας | Ημερομηνία: 07 Mar 2011

Σε χθεσινή (06/03/2011) του συνέντευξη στην ‘Ελευθεροτυπία”, ο πρόεδρος του ΕΟΦ κύριος Τούντας, διετύπωσε το αυτονόητο: ότι δεν είναι δυνατόν να μην έχεις περιγράψει το περιεχόμενο των παροχών του νέου Οργανισμού για τους ασφαλισμένους και να ασχολείσαι με τις αμοιβές των ιατρών. Πρώτα πρέπει να ορίσεις το περιεχόμενο των παροχών, το δίκτυο παροχής τους, μετά να κοστολογήσεις αυτά και στο τέλος να ορίσεις τις ιατρικές αμοιβές. Πολύ σημαντικά ζητήματα όπως η γεωγραφική προσβασιμότητα, η ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών, το αν και πώς θα εμπλακούν οι ΟΤΑ στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και άλλα, παραμένουν εκτός ατζέντας. Για να διευκολύνω το άνοιγμα της συζήτησης γύρω από αυτά τα θέματα, αποφάσισα να παραθέσω σήμερα μια περυσινή μου μελέτη για τους όρους και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορούσαν οι νέοι ΟΤΑ α’ βαθμού να εμπλακούν στην παραγωγή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Σκοπεύω σε επόμενη ανάρτηση να μιλήσω για το πώς βλέπω εγώ το θέμα των αμοιβών των ιατρών. Όχι για να κοστολογήσω με συγκεκριμένα νούμερα αλλά μόνο για να επιχειρήσω να περιγράψω το πεδίο. Οι δύο αυτές αναρτήσεις, η τρέχουσα και η επόμενη, γίνονται γιατί πρέπει κάποτε όσοι συζητούν τέτοια θέματα και στην κυβέρνηση και στην κοινωνία, να κατανοούν τι απαιτείται ώστε οι αποφάσεις να είναι προϊόντα γνώσης και μελέτης και όχι πολιτικής επικοινωνίας ή συνδικαλιστικού μαξιμαλισμού. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα παρατιθέμενα επιχειρήματα είναι τα ορθότερα, πόσο μάλλον τα μόνα, ούτε τα πιό ισχυρά. Το μόνο που ισχυρίζομαι είναι η ανάγκη μας για επιστημονικότερη προσέγγιση, για περισσότερη μελέτη, για καλύτερη τεκμηρίωση.

ΟΤΑ-ΠΦΥ – Όροι και Προϋποθέσεις

.
Το cartoon στην κεντρική σελίδα αφιερώνεται στα δημοτικά συμβούλια ανά τη χώρα.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Τα Όρια της Διαμαρτυρίας

Συγγραφέας: Ξενοφών Κοντιάδης | Ημερομηνία: 04 Mar 2011

Στο ερώτημα ποια είναι τα όρια της διαμαρτυρίας, μια συντηρητική προσέγγιση θα απαντήσει ότι κατά κύριο λόγο προσδιορίζονται από το κράτος δικαίου, το νόμο και τους εγγυητές του, δηλαδή πρωτίστως την ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Η διαμαρτυρία δεν κρίνεται θεμιτό, κατά την αντίληψη αυτή, να εκτραπεί εκτός της νομιμότητας, ανοίγοντας μπάρες διοδίων, καταστρέφοντας ελεγκτήρια εισιτηρίων, αποκλείοντας την είσοδο σε υπουργεία, πολλώ μάλλον προπηλακίζοντας βουλευτές ή απειλώντας δικαστές. Ύψιστες αξίες της συντηρητικής αυτής προσέγγισης, είναι η ευνομία και η κυβερνησιμότητα της χώρας.

Στο ίδιο ερώτημα, μια κεντροαριστερή αντίληψη θα οριοθετούσε τη διαμαρτυρία με γνώμονα τη δημοκρατία και τα θεμελιώδη δικαιώματα, εξετάζοντας κυρίως εάν η διαμαρτυρία στρέφεται εναντίον δημοκρατικά ειλημμένων και ουσιαστικά νομιμοποιημένων αποφάσεων και κατά πόσον δικαιολογείται με αναφορά στα δικαιώματα της συνάθροισης, της απεργίας, της ελεύθερης έκφρασης, του συνδικαλίζεσθαι ή, αντίθετα, υπερβαίνει το πλαίσιο που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα αυτά.

Τέλος, μια αριστερή άποψη θα πρότασσε τους σκοπούς που υπηρετεί η διαμαρτυρία, ιδίως δηλαδή εάν ο σκοπός κρίνεται συμβατός με τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Η διεκδικητική λειτουργία της διαμαρτυρίας «απελευθερώνεται» εδώ ακόμη περισσότερο, διευρύνοντας τα όριά της και τα χρησιμοποιούμενα μέσα.

Καμιά από τις προηγούμενες αντιλήψεις δεν είναι κατ’ ανάγκην ασύμβατη με τις άλλες. Η πρόταξη της δικαιοκρατικής αρχής δεν συνεπάγεται ούτε την απόρριψη της δημοκρατίας, ούτε την αδιαφορία για συγκεκριμένους σκοπούς, παρότι η έννοια της ελευθερίας προφανώς αξιολογείται υπό ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Από την άλλη πλευρά, η έμφαση της Αριστεράς (όχι όμως του αριστερίστικου λαϊκισμού) σε μια σειρά από σκοπούς και αξίες, δεν σημαίνει ότι παραμερίζονται οι θεσμοί του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Άλλωστε, μια διαμαρτυρία, εν ονόματι οποιουδήποτε σκοπού, που δεν σέβεται τις κατακτήσεις της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, εμπεριέχει το σπέρμα του αυταρχισμού, της τρομοκρατίας ή της πλήρους αποδιοργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης.

Όλοι εκείνοι, πάντως, που απαιτούν «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», να κλείσουν οι δρόμοι, να αποκλειστεί η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες ή σχολεία, να κρεμαστούν σε πλατείες οι επίορκοι πολιτικοί και να μετατραπεί η Ελλάδα σε φλεγόμενη έρημο, είναι προφανές ότι δεν εντάσσονται σε καμία από τις προηγούμενες κατηγορίες. Δεν είναι ούτε δεξιοί, ούτε σοσιαλδημοκράτες, ούτε αριστεροί, αλλά ανερμάτιστες προσωπικότητες, τραμπούκοι ή εκτροφείς όφεων. Από την άλλη πλευρά, ούτε όσοι απορρίπτουν μετά βδελυγμίας κάθε διαμαρτυρόμενο «ταραξία», διαδηλωτή ή απεργό αντιλαμβάνονται τι σημαίνει συνταγματική δημοκρατία. Για ορισμένους κύκλους αποτελεί πλέον ντροπή να υπερασπίζεται κανείς κοινωνικές και εργασιακές κατακτήσεις δεκαετιών, ή να απαιτεί ικανοποιητικούς όρους εργασίας, ασφάλισης, περίθαλψης και ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Επιτέλους, η διαμαρτυρία δεν είναι ντροπή, αλλά δικαίωμα και υποχρέωση κάθε ενεργού πολίτη. Τα όριά της συγκαθορίζονται με βάση τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τις αξίες της ελευθερίας της κοινωνικής δικαιοσύνης.

—————————————————————————

*Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και  Πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου.
*Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από το περιοδικό “Μεταρρύθμιση”, (τεύχος της Παρασκευής 4 Μαρτίου 2011).

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Η Βία κατά των Νόµων

Συγγραφέας: Γιώργος Σιακαντάρης | Ημερομηνία: 25 Feb 2011

Γ. ΣιακαντάρηςΣήµερα φαινόµενα όπως η ασκούµενη βία κατά των πολιτικών (µε αποκορύφωµα την επίθεση κατά του Κωστή Χατζηδάκη και κατόπιν, κατά του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σηµίτη), η εξέγερσητης Κερατέας, το κίνηµα «∆εν πληρώνω», ακόµη και η θλιβερή επίθεση των χούλιγκαν κατά του Θεάτρου Τέχνης, προεόρτια τελετή των όσων συνέβησαν στο πρόσφατο µατς Ολυµπιακού – Παναθηναϊκού, έχουν παρουσιαστεί ως µορφές αντίστασης κατά της πολιτικής και οικονοµικής ελίτ που κυβερνά αυτόν τον τόπο. Αντιθέτως, δεν είναι τίποτα άλλο από απλά δείγµατα της απουσίας των πολιτισµικών συµπεριφορών που διαµόρφωσαν τις νεωτερικές κοινωνίες, της αδυναµίας των ελίτ να ασκήσουν διαπαιδαγωγικό ρόλο και της αδυναµίας του κράτους να λειτουργήσει ως νοµιµοποιηµένος φορέας άσκησης βίας.

Η διαδικασία µετάβασης από τις βίαιες (σε ατοµικό και διαταξικό επίπεδο) προνεωτερικές κοινωνίες στις κοινωνίες που τον ρόλο της νόµιµης άσκησης βίας παίζει το κράτος είναι µια πολύ αργή διαδικασία, η οποία ακολούθησε τις εξελίξεις της κουλτούρας που πραγµατοποιήθηκαν από την Αναγέννηση.

Στην Ελλάδα, αυτή η διαδικασία συντοµεύτηκε και περιορίστηκε µόνο στο πλαίσιο των πολιτειακών µετασχηµατισµών.

Οι σύγχρονες νεωτερικές κοινωνίες είναι αποτέλεσµα µιας διαδικασίας µεταφοράς συµπεριφορών και ταυτοχρόνως δικαιωµάτων από τα πάνω προς τα κάτω. Η υιοθέτηση προτύπων µιας κοινωνική οµάδας από µια άλλη κοινωνική οµάδα αποτελεί το σηµαντικότερο βήµα στη διαδικασία εκπολιτισµού των κοινωνιών. Με τα λόγια του Νόρµπερτ Ελίας (« Η εξέλιξη του πολιτισµού », 1939, ελλ. έκδοση Νεφέλη) αυτό είναι το βήµα από τον πολιτισµό στα πολιτισµένα άτοµα. Στην αναγεννησιακή Ευρώπη της απόλυτης µοναρχίας είχαµε µια διαδικασία περιορισµού της διατοµικής βίας µέσω της υιοθέτησης συµπεριφορών από τα ανώτερα κοινωνικά στρώµατα και της µετάδοσης αυτών των πολιτισµικών συµπεριφορών στα κατώτερα. Αυτή η µετάδοση όµως προϋπέθετε την ύπαρξη κατάλληλων κοινωνικών δοµών, όπως ήταν αρχικά ο εξισορροπιστής µονάρχης και στη συνέχεια το κράτος ως µηχανισµός καταναγκασµού, αλλά και η εθνική ιδεολογία ως φαντασιακός µηχανισµός παραγωγής νοµιµοφροσύνης.

Με δυο λόγια η κοινωνική εξοµοίωση οδήγησε και στην εξοµοίωση των τρόπων συµπεριφοράς και στη µετάβαση από τους εξωτερικούς καταναγκασµούς στην ενίσχυση των εσωτερικών. Έτσι, νεωτερική κοινωνία είναι αυτή που – όπως υποστήριζε ο Ελίας – έχει εγκαταλείψει τον ετεροαναγκασµό ως µέσο ελέγχου της συµπεριφοράς για χάρη του εσωτερικού αναγκασµού. Στην περίπτωση που δεν αρκεί ο εσωτερικός καταναγκασµός λειτουργεί το κράτος ως νόµιµος φορέας άσκησης της βίας.

Για πολλούς λόγους  – η εκποµπή για το 1821 δείχνει µερικούς από αυτούς – τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα µε βάση τα παραπάνω δεδοµένα εξακολουθεί να µην είναι πλήρως νεωτερική κοινωνία. Θα µπορούσα να πω, πως µόνο ένα απ’ όλα αυτά συνέβη. Αυτό είναι η εξοµοίωσητων κατώτερων κοινωνικών οµάδων µε τις αξίες των ανώτερων. Μόνο που συνέβη µε την αντίθετη φορά. Αντί ο φόβος της µη κοινωνικής αποδοχής και της απώλειας της νεοεπιτευχθείσας κοινωνικής θέσης, ο φόβος δηλαδή του κοινωνικού υποβιβασµού, να«αναγκάσει» τους κατώτερους να ακολουθούν τους ανώτερους, συνέβη οι ανώτεροι, για λόγους πολιτικού κόστους και γοήτρου, να θελήσουν να µοιάζουν στους κατώτερους. Κλασικό παράδειγµα η βράβευση από την ανώτατη πνευµατική ηγεσία της χώρας µας, την Ακαδηµία Αθηνών, της ανοµίας της δασκάλας Χαράς Νικοπούλου, η οποία παραβίασε τους νόµους του ελληνικού κράτους για τη διδασκαλία της µειονοτικής γλώσσας, καλλιεργώντας κλίµα γλωσσικού και θρησκευτικού διχασµού. Αλλο παράδειγµα είναι η πολιτική ατολµία στο ζήτηµα της άσκησης της νόµιµης βίας του κράτους.

Οι συµπεριφορές ανοµίας που περιέγραψα στην αρχή δεν είναι πολιτικές συµπεριφορές, αλλά αποτέλεσµα απουσίας µιας πολιτισµικής διαδικασίας, όπως αυτή που περιέγραψα. Και επειδή κάποιοι ταυτίζουν την άρνηση του νόµου ως τρόπου επίλυσης των κοινωνικών διαφορών µε τα κινήµατα ανυπακοής, θα πρέπει να γνωρίζουν το εξής: το κίνηµα ανυπακοής στην Αµερική του Θορό και του πρόσφατα θανόντος Χάουαρντ Ζιν ήταν κινήµατα που στην ανυπακοή κατά του νόµου προσέθεταν την αποδοχή της τιµωρίας για την παραβίαση του νόµου. Ηταν κινήµατα που δεν αµφισβητούσαν την αναγκαιότητα και την καθολικότητα των νόµων. Ηταν απλώς µια µέθοδος αλλαγής τους.

—————————————————————

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας και αναπληρωτής επιστηµονικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ).

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ’, στο φύλλο της Τετάρτης, 23/02/2011.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο (0)

Show Buttons
Hide Buttons