Πολιτική ξηρασία και η Παγκόσμια Ένωση της Ασχήμιας

Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες η πολιτική αποτυγχάνει επειδή αδυνατεί να παράξει μέλλον. Κόμματα υπάρχουν, εκλογές γίνονται, κυβερνήσεις αλλάζουν, τηλεοπτικά πάνελ γεμίζουν καθημερινά και τα κοινωνικά δίκτυα πάλλονται από συγκρούσεις. Πίσω από αυτή την υπερδραστηριότητα (hyperpolitics κατά Jaeger) μπορεί ωστόσο να εγκαθίσταται μια παράξενη ακινησία: η αίσθηση ότι τίποτε ουσιώδες δεν πρόκειται να αλλάξει.
Αυτή την κατάσταση θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε πολιτική ξηρασία.
Η μεταφορά ταιριάζει στη διάγνωση που προτείνουν η Naomi Klein και η Astra Taylor για έναν κόσμο στον οποίο εξασθενεί η ιδέα ενός κοινού και βιώσιμου μέλλοντος. Η κλιματική κρίση, η ακραία ανισότητα, η τεχνολογική αναταραχή με την ΑΙ κλπ και η διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών συγκροτούν ένα περιβάλλον διαρκούς απειλής. Η πολιτική αρχίζει σταδιακά να οργανώνεται γύρω από την επιλογή εκείνων που θα προστατευθούν, εκείνων που διαθέτουν καταφύγιο, πόρους, σύνορα, τεχνολογία, ιδιωτική ασφάλεια. Η Klein και η Taylor χρησιμοποιούν τον όρο supremacist survivalism για αυτή τη λογική της επιβίωσης μέσω του αποκλεισμού. Η πολιτική ξηρασία περιγράφει την κοινωνική συνθήκη μέσα στην οποία τέτοιες ιδέες γίνονται ευκολότερα αποδεκτές. Στερεύουν οι πηγές από τις οποίες η δημοκρατική πολιτική αντλούσε επί δεκαετίες τη ζωτικότητά της: η προσδοκία κοινωνικής προόδου, η δυνατότητα συλλογικής δράσης, η κοινωνική κινητικότητα, η εμπιστοσύνη ότι οι θεσμοί μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή των ανθρώπων, η πεποίθηση ότι τα παιδιά θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Μια κοινωνία μπορεί επομένως να διαθέτει τεράστια ποσότητα πολιτικού λόγου και ελάχιστη πολιτική υγρασία.
Και όταν πέφτει η στάθμη, εμφανίζονται τα ναυάγια.
Στην Ελλάδα, αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα από τη μελέτη του Παναγή Παναγιωτόπουλου για τη μεσαία τάξη. Στο Greece’s Middle Class as a Social and Political Actor παρακολουθεί την ιστορική συγκρότησή της από τη δεκαετία του 1960, το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης και τη σημερινή, κατά τη διατύπωση του ίδιου του βιβλίου, «υπαρξιακή κρίση» της. Η μεσαία τάξη αντιμετωπίζεται ως ένας καθρέφτης των κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου.
Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο και να δούμε τη μεσαία τάξη ως τον υδροφόρο ορίζοντα της ελληνικής Μεταπολίτευσης.
Για δεκαετίες, ένα τεράστιο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας μπορούσε να οργανώνει τη ζωή του γύρω από μια αλληλουχία σχετικά σταθερών προσδοκιών. Εκπαίδευση, επαγγελματική αποκατάσταση, ιδιόκτητη κατοικία, κατανάλωση, δημιουργία οικογένειας, περιουσία που περνά στα παιδιά. Οι διαδρομές ήταν άνισες, συχνά πελατειακές, στρεβλωμένες από τον κοτζαμπασισμό και γεμάτες αντιφάσεις. Εξακολουθούσαν όμως να δίνουν σε πολύ μεγάλα τμήματα του πληθυσμού την αίσθηση ανοδικής κίνησης. Εδώ έχει σημασία η έμφαση που δίνει ο Παναγιωτόπουλος στην οικογένεια. Στη δική του ανάλυση, η ελληνική οικογένεια υπήρξε ταυτόχρονα ο φυσικός βιότοπος της μεσαίας τάξης και η παγίδα της. Μέσα από αυτήν οργανώθηκαν η ιδιοκτησία, η κοινωνική προστασία, οι εκπαιδευτικές επενδύσεις, η φροντίδα των ηλικιωμένων, η βοήθεια προς τα παιδιά και μεγάλο μέρος της κοινωνικής κινητικότητας. Η οικογένεια λειτουργούσε ως ιδιωτικό κοινωνικό κράτος και ως μηχανισμός μετάδοσης της μεσαίας θέσης από γενιά σε γενιά. Αυτός ο μηχανισμός, όσο λειτουργούσε, δημιουργούσε και πολιτική σταθερότητα. Η μεσαία τάξη είχε κάτι να περιμένει, κάτι να αποκτήσει, κάτι να μεταβιβάσει. Η κοινωνική πρόοδος γινόταν εμπειρία της καθημερινότητας: ένα διαμέρισμα, ένα πτυχίο, ένα αυτοκίνητο, ένα εξοχικό, μια μικρή επιχείρηση, μια θέση στο Δημόσιο ή ένα ελεύθερο επάγγελμα που επέτρεπε στα παιδιά να ξεκινήσουν λίγο ψηλότερα από τους γονείς.
Η ελληνική εκδοχή της πολιτικής ξηρασίας αρχίζει όταν αυτή η αλληλουχία χάνει την αξιοπιστία της.
Η κρίση του 2010 επιτάχυνε δραματικά τη διαδικασία. Η οικονομική ανάκαμψη που ακολούθησε δεν επανέφερε αυτούσια την προηγούμενη κοινωνική εμπειρία. Το κόστος στέγασης, οι εισοδηματικές ανισότητες, η εργασιακή ανασφάλεια και η δυσκολία δημιουργίας περιουσίας μεταβάλλουν το νόημα της μεσαίας θέσης. Ακόμη και άνθρωποι με σχετικά ικανοποιητικό εισόδημα μπορούν να βιώνουν τη ζωή τους μέσα από ένα διαρκές αίσθημα ευθραυστότητας. Ο Παναγιωτόπουλος φτάνει εδώ σε ένα σημείο εξαιρετικά χρήσιμο για την πολιτική συζήτηση. Θέτει το ερώτημα εάν εξακολουθεί να υπάρχει μια κοινή ταυτότητα της ελληνικής μεσαίας τάξης ή εάν αυτή έχει διασπαστεί σε ανταγωνιστικές μικροκοινότητες ανθρώπων που δυσκολεύονται ακόμη και να συνυπάρξουν μέσα σε ένα περιβάλλον «κοινωνικής και συναισθηματικής ερήμωσης». Αυτή η εικόνα της ερήμωσης συναντά σχεδόν κυριολεκτικά την πολιτική ξηρασία. Μια μεσαία τάξη που αισθάνεται ότι ανεβαίνει έχει λόγους να επενδύει στο μέλλον. Μια μεσαία τάξη που αισθάνεται ότι υποχωρεί στρέφει πολύ μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της στην προστασία όσων απέμειναν. Η κατοικία, η σύνταξη των γονέων, η οικογενειακή περιουσία, η θέση εργασίας, ένα επαγγελματικό προνόμιο, η πρόσβαση σε έναν θεσμό αποκτούν χαρακτήρα τελευταίου αναχώματος. Και μαζί μεταβάλλεται η πολιτική ψυχολογία. Η κοινωνία αρχίζει να οργανώνεται περισσότερο γύρω από την άμυνα της θέσης και λιγότερο γύρω από τη συλλογική άνοδο. Τα επιμέρους στρώματα της παλιάς μεσαίας τάξης μπορούν να αντιλαμβάνονται το ένα το άλλο ως ανταγωνιστές: μισθωτοί και ελεύθεροι επαγγελματίες, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, συνταξιούχοι και νέοι εργαζόμενοι, προστατευμένοι και επισφαλείς. Ο πολιτικός χώρος που κάποτε εξέφραζε μια κοινή προσδοκία προόδου γεμίζει τώρα από κατακερματισμένες αγωνίες συντήρησης. Αυτό ίσως εξηγεί ένα μέρος της παράξενης αδυναμίας της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής. Η δυσαρέσκεια μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά δεν μετατρέπεται σε κοινό κοινωνικό σχέδιο. Η πολιτική ξηρασία δεν αφήνει πίσω της απαραιτήτως μια έρημο χωρίς ανθρώπους. Αφήνει πολλές μικρές οάσεις που φυλάσσονται ζηλότυπα.
Και κάπου εδώ, εντελώς απροσδόκητα, εμφανίζεται μια μικρή ιταλική κωμόπολη.
Στο Piobbico υπάρχει από τον δέκατο ένατο αιώνα το Club dei Brutti, η «Ένωση των Άσχημων». Η σημερινή του ταυτότητα οργανώνεται γύρω από την αντίσταση στη λατρεία της εμφάνισης. Το ετήσιο φεστιβάλ και η δημόσια αναγνώριση της «ασχήμιας» μετατρέπουν ένα κοινωνικό στίγμα σε συλλογική ταυτότητα. Η φαινομενική απόσταση από την ελληνική μεσαία τάξη και τον σύγχρονο αυταρχισμό είναι τεράστια. Αλλά ας εμβαθύνουμε λίγο. Το Club dei Brutti στρέφεται εναντίον μιας βαθιά ριζωμένης σύγχρονης πεποίθησης: ότι η αξία οφείλει να είναι ορατή. Το όμορφο σώμα, το επιτυχημένο πρόσωπο, η προσεγμένη εικόνα, η νεότητα, η φωτογενής ζωή λειτουργούν ως δημόσια τεκμήρια επιτυχίας. Η αισθητική μετατρέπεται έτσι σε μηχανισμό κοινωνικής ταξινόμησης. Η πράξη των «άσχημων» είναι απλή. Αποδέχονται δημόσια αυτό που το κοινωνικό βλέμμα θα έπρεπε να τους κάνει να κρύψουν. Με αυτή την κίνηση αμφισβητείται η εξουσία του ίδιου του καθρέφτη.
Και εδώ η ιστορία της ασχήμιας συναντά την πολιτική.
Η σύγχρονη πολιτική έχει επενδύσει εξαιρετικά πολλά στην εμφάνιση. Η αποτελεσματικότητα χρειάζεται εικόνα αποφασιστικότητας. Η κρίση παρουσιάζεται ως ηγετικότητα. Το πρόγραμμα αποκτά branding, κάποτε και rebranding, σύνθημα, χρώμα, μουσική, σκηνικό και πρόσωπο. Η επικοινωνία αποτελεί όλο και μεγαλύτερο μέρος της ίδιας της κυβερνητικής δραστηριότητας. Η παρατήρηση του Walter Benjamin για την αισθητικοποίηση της πολιτικής αποκτά εδώ νέα επικαιρότητα. Η πολιτική μπορεί να μετατραπεί σε θέαμα και τελετουργία, ενώ οι πραγματικές σχέσεις ισχύος παραμένουν εξαιρετικά ανθεκτικές. Η Susan Sontag, μελετώντας την αισθητική του φασισμού, ανέδειξε την έλξη του προς την τελειότητα του σώματος, τη συμμετρία, την πειθαρχία, την ομοιομορφία και τη διάλυση του ατόμου μέσα στη μάζα. Σε συνθήκες πολιτικής ξηρασίας, αυτή η αισθητική λειτουργία αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Όσο περιορίζεται το πεδίο των ουσιαστικών επιλογών, τόσο περισσότερο χρειάζεται να τονίζονται οι ορατές διαφορές. Όσο δυσκολότερη γίνεται η κοινωνική άνοδος, τόσο περισσότερο εξυμνείται η ατομική επιτυχία. Όσο στενεύει η δυνατότητα των κυβερνήσεων να υποσχεθούν έναν διαφορετικό κόσμο, τόσο περισσότερο επενδύουν στην εικόνα ότι ελέγχουν τον υπάρχοντα. Η πολιτική αρχίζει να θυμίζει αγορά καλλυντικών για το παρόν. Οι ρωγμές λειαίνονται. Οι αντιφάσεις αμβλύνονται. Τα κοινωνικά προβλήματα μεταφράζονται σε επικοινωνιακές προκλήσεις. Η στασιμότητα μπορεί να παρουσιαστεί ως σταθερότητα, η ανασφάλεια ως προσαρμοστικότητα, η κοινωνική υποχώρηση ως ατομική ευθύνη. Στην ελληνική περίπτωση η εικόνα αποκτά πρόσθετο βάρος. Η παλιά μεσαία τάξη εξακολουθεί να αποτελεί το κέντρο του πολιτικού λεξιλογίου. Σχεδόν όλοι μιλούν στο όνομά της. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το ερώτημα που θέτει ο Παναγιωτόπουλος, η κοινωνική πραγματικότητα που κάποτε έδινε σε αυτή την κατηγορία σχετική συνοχή έχει κατακερματιστεί. Η «μεσαία τάξη» παραμένει ισχυρό πολιτικό σύμβολο την ώρα που η κοινή εμπειρία στην οποία στηριζόταν γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη. Ίσως εδώ βρίσκεται και ένα από τα παράδοξα της σημερινής ελληνικής πολιτικής: όσο περισσότερο διαλύεται κοινωνικά η μεσαία τάξη, τόσο συχνότερα εμφανίζεται ρητορικά ως ενιαίο σώμα.
Και επανερχόμαστε στο Club dei Brutti το οποίο αποκτά πια μια παράξενη πολιτική αξιοπρέπεια. Οι κάτοικοι του Piobbico αποδέχονται δημόσια την ατέλεια της εικόνας τους. Δεν χρειάζεται να παρουσιαστούν ως κάτι διαφορετικό για να αποκτήσουν αξία. Το κοινωνικό παιχνίδι του καλλωπισμού διακόπτεται για λίγο. Μια αντίστοιχη χειρονομία θα είχε ενδιαφέρον και στην πολιτική. Να κοιτάξει μια κοινωνία τον εαυτό της χωρίς το φίλτρο της διαρκούς επιτυχίας. Να δει μια μεγάλη μεσαία περιοχή που πιέζεται, οικογένειες που εξακολουθούν να λειτουργούν ως ιδιωτικά συστήματα κοινωνικής προστασίας, νέους που εξαρτώνται από την περιουσία των προηγούμενων γενεών, κοινωνικές ομάδες που μοιράζονται την ίδια ανασφάλεια και ταυτόχρονα δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν η μία τον εαυτό της στην άλλη.
Τελικά, συναντώνται ο Παναγιωτόπουλος, οι Klein & Taylor και η μικρή ιταλική αδελφότητα των άσχημων.
Η πολιτική ξηρασία αποκαλύπτει όσα παρέμεναν βυθισμένα όσο υπήρχε αρκετό νερό. Η κρίση της μεσαίας τάξης δείχνει τι συμβαίνει όταν στερεύει ένας από τους βασικούς κοινωνικούς ταμιευτήρες προσδοκίας. Και το Club dei Brutti θυμίζει, με τον δικό του παράδοξο τρόπο, ότι η απογύμνωση της εικόνας μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα από τον καλλωπισμό της. Το πρόβλημα μιας κοινωνίας που χάνει την πίστη της στο μέλλον δεν λύνεται με καλύτερη φωτογράφιση του παρόντος.
Χρειάζεται ξανά νερό.
Κοινωνική κινητικότητα, δυνατότητα δημιουργίας και όχι απλώς κληρονόμησης περιουσίας, εμπιστοσύνη στους θεσμούς, κοινά αγαθά, αίσθηση συμμετοχής, προσδοκία ότι η επόμενη γενιά μπορεί ακόμη να προχωρήσει. Χωρίς αυτά, η στάθμη θα συνεχίσει να πέφτει. Και τα ναυάγια θα γίνονται όλο και πιο ορατά.




Leave a Reply