Ο Πολιτικός Νευρωτισμός της Άρνησης
“The ideal subject of totalitarian rule is not the convinced Nazi or the convinced Communist, but people for whom the distinction between fact and fiction […] no longer exists.”
— Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism
Η πολιτική συχνά περιγράφεται ως η «τέχνη του εφικτού», ένας χώρος όπου η διαβούλευση, ο συμβιβασμός και το όραμα διαμορφώνουν την πορεία της κοινωνίας. Ωστόσο, όλο και περισσότερο, ο πολιτικός λόγος δεν χαρακτηρίζεται από λογική συζήτηση αλλά από ένα ουσιωδώς ψυχαναγκαστικό αντανακλαστικό: την άρνηση. Κάθε πρόταση, ανεξάρτητα από την αξία ή την πρόθεσή της, δεν αντιμετωπίζεται με δημιουργική ή ακόμα και επαναστατική κριτική αλλά με αυτοματοποιημένη απόρριψη. Αυτό το φαινόμενο, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε πολιτικό νευρωτισμό της άρνησης, αντανακλά μια βαθύτερη ψυχολογική και δομική δυστοπία των πολιτικών συστημάτων. Αυτή η μορφή άρνησης γεννιέται από τη δυσπιστία, τον κομματισμό (ή όποιον άλλο ομαδισμό) και τον υπαρξιακό φόβο.
Ας ορίσουμε πρώτα τους όρους μας. Ο «νευρωτισμός» στην ψυχολογία αναφέρεται σε συναισθηματικές καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από δυσφορία, άγχος, οργή, δυσαρέσκεια. Η νευρωτική αντίδραση είναι συνήθως δυσανάλογη με το εξωτερικό ερέθισμα, χαρακτηριζόμενη από ψυχαναγκαστικές, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές. Εφαρμοσμένη στην πολιτική, η νευρωτική άρνηση υποδηλώνει μια συστηματική, οξεία απόρριψη ιδεών ή προτάσεων χωρίς να προηγείται ορθολογική αξιολόγηση. Η τελευταία θα περιλάμβανε την ακρόαση, την εξέταση, τη ζύγιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων πριν την απόφαση υπέρ ή κατά. Η νευρωτική άρνηση, αντίθετα, παρακάμπτει εντελώς τα παραπάνω βήματα. Η ίδια η πρόταση καθίσταται δευτερεύουσα. Αυτό που έχει σημασία είναι ποιος την πρότεινε, από πού προήλθε και τι αντιπροσωπεύει συμβολικά. Το περιεχόμενο απορρίπτεται. Η ταυτότητα του προτείνοντος και η απλή επίκληση της αλλαγής συνιστούν απειλή. Ο πολιτικός νευρωτισμός αντιλαμβάνεται κάθε νέα ιδέα ως επίθεση παρά ως ευκαιρία για διάλογο. Ακραία μορφή νευρωτικής άρνησης είναι η συνωμοσιολογία. Όταν η ίδια η πραγματικότητα γίνεται πολύ άβολη, οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν μια μορφή απόλυτης απόρριψης: όχι μόνο η πρόταση είναι εσφαλμένη, αλλά ολόκληρη η δομή που την εκφέρει είναι διεφθαρμένη.
Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου ο πολιτικός νευρωτισμός της άρνησης παρέλυσε την ικανότητα των κοινωνιών να προσαρμόζονται και να επιλύουν προβλήματα. Η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η Γαλλική Επανάσταση είναι εξαιρετικά παραδείγματα, αλλά στους σύγχρονους καιρούς τα παραδείγματα πληθαίνουν και τονίζουν τη διαχρονική αδυναμία των κοινωνιών να υπερνικήσουν τον πολιτικό νευρωτισμό τους. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης αγωνίστηκε να εδραιώσει μια δημοκρατική πολιτική κουλτούρα στη Γερμανία. Πολλές συντηρητικές και εθνικιστικές παρατάξεις δεν αποδέχτηκαν ποτέ τη νομιμότητα του νέου καθεστώτος, αντίθετα επιδίδονταν σε συνεχή άρνηση της εξουσίας του. Αυτή η νευρωτική άρνηση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης ως «παράνομης» – σε συνδυασμό με τον συνομωσιολογικό μύθο της «μαχαιριάς στην πλάτη» που κατηγορούσε τους Εβραίους και τους σοσιαλιστές για την ήττα της Γερμανίας – αποδυνάμωσε μοιραία τους δημοκρατικούς θεσμούς και δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για το ναζισμό. Εδώ, βλέπουμε την άρνηση να ενδυναμώνεται από μια εναλλακτική πραγματικότητα γεμάτη συνωμοσιολογίες και να οδηγεί κατευθείαν στην καταστροφή.
Στα χρόνια του ’50 και του ’60 ακτιβιστές για τα πολιτικά δικαιώματα πρότειναν θεμελιώδεις αλλαγές στην αμερικανική κοινωνία για την εξάλειψη του συστημικού ρατσισμού. Η αντίθεση συχνά δεν βασιζόταν σε ορθολογική συζήτηση αλλά σε νευρωτική άρνηση, δηλαδή ισχυρισμούς ότι δεν υπήρχε πρόβλημα, ότι οι ακτιβιστές ήταν «ταραχοποιοί» και ότι η αλλαγή θα «κατέστρεφε την κοινωνία». Η άρνηση προστάτευσε ένα άδικο status quo.
Η συζήτηση για το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο παρέχει άλλο ένα σύγχρονο παράδειγμα. Και αντίπαλοι και υποστηρικτές επέδειξαν μοτίβα νευρωτικής άρνησης: οι αντίπαλοι απέρριψαν λογικούς προβληματισμούς σχετικά με τη χαώδη γραφειοκρατία της ΕΕ, οι υποστηρικτές αρνήθηκαν τους οικονομικούς κινδύνους της αποχώρησης. Αντί για μια επίπονη αλλά αναγκαία συζήτηση, υπήρξε μια κλιμάκωση αμοιβαίων αρνήσεων, που κορυφώθηκε σε μια βαθιά πολωμένη κοινωνία.
Ενώ όμως τα χαρακτηριστικά του πολιτικού νευρωτισμού παραμένουν σταθερά, ο φαινότυπος του προσαρμόζεται στα άγχη της κάθε εποχής. Στον 21ο αιώνα, παίρνει νέες μορφές, όπως πχ η άρνηση της κλιματικής αλλαγής. Αυτή η άρνηση υποστηρίζεται όχι τόσο από την άγνοια όσο από την ψυχολογική αντίσταση: η αποδοχή της κλιματικής αλλαγής θα απαιτούσε την παραδοχή βαθιών ελαττωμάτων στα τρέχοντα οικονομικά συστήματα και τον τρόπο ζωής.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας από COVID-19, μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας όπως ο εμβολιασμός ή η χρήση μάσκας αντιμετωπίστηκαν από πολλούς με έντονη άρνηση. Και πάλι, η άρνηση αφορούσε λιγότερο τα αποδεικτικά στοιχεία και περισσότερο την υπεράσπιση της θεωρούμενης προσωπικής αυτονομίας έναντι της συλλογικής ευθύνης.
Ένας άλλος φαινότυπος της άρνησης είναι η «κανονικότητα», ο ισχυρισμός ότι όλα τώρα ρέουν κανονικά και άρα δεν απαιτούνται αλλαγές ή προσαρμογές. Η επίκληση της κανονικότητας σημαίνει άρνηση υπαρκτών προβλημάτων ή κινδύνων. Εδώ, η άρνηση προστατεύει τα προνόμια και αποτρέπει την αντιμετώπιση της συστημικής αδικίας.
Εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνος όμως είναι ο φαινότυπος της άρνησης της πολιτικής βίας. Είτε με την εισβολή στο Καπιτώλιο στις ΗΠΑ είτε με την καθημερινή βία καταλήψεων, ταραχών κλπ στα καθ’ ημάς, οι φορείς της πολιτικής βίας την υποβαθμίζουν συστηματικά, αναδιατυπώνοντας την ως «παρέμβαση» ή «διαμαρτυρία». Αυτή η νευρωτική άρνηση χρησιμεύει για την προστασία της ταυτότητας εντός της ομάδας τους (in-group identity), ακόμη και με το κόστος της υπονόμευσης των δημοκρατικών κανόνων.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η άρνηση δεν είναι πάντα εντελώς ασυνείδητη. Κάποιοι πολιτικοί χρησιμοποιούν σκόπιμα την άρνηση, ως όπλο είτε για να απονομιμοποιήσουν τους αντιπάλους τους, είτε για να δυσφημίσουν θεσμούς (όπως η δικαστική εξουσία, ο τύπος ή τα εκλογικά σώματα) και σίγουρα για να αυξήσουν τη συναισθηματική αφοσίωση των ακολούθων τους. Η κατάκλυση όμως της δημόσιας σφαίρας με αφηγήσεις άρνησης εξαντλεί τις γνωστικές ικανότητες των πολιτών, οδηγώντας τους στην απεμπλοκή ή την υποχώρηση στον κυνισμό, ένα φαινόμενο γνωστό ως «επιστημικός νιχιλισμός», κατά τον οποίον όλη η γνώση προσλαμβάνεται ως δυνητικά εσφαλμένη. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο νευρωτισμός δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ψυχολογικό χαρακτηριστικό αλλά ένα ενεργό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης.
Οι ψυχαναλυτικές και οι κριτικές θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν εμβαθύνει διαφωτιστικά στις βαθύτερες ρίζες του πολιτικού νευρωτισμού της άρνησης. Ο Freud τόνισε ότι όταν οι δυσάρεστες πραγματικότητες καταπιέζονται, δεν εξαφανίζονται. Επιστρέφουν, συχνά με διαστρεβλωμένες και καταστροφικές μορφές. Στην πολιτική ζωή, η άρνηση των συστημικών προβλημάτων (ανισότητα, αδικία, οικολογική κατάρρευση) δεν τα επιλύει. Αντίθετα, αυτές οι καταπιεσμένες πραγματικότητες εκρήγνυνται απρόβλεπτα μέσω ταραχών, εξτρεμιστικών κινημάτων ή συστημικής κατάρρευσης. Η άρνηση, σε αυτό το φροϋδικό πλαίσιο, δεν είναι επομένως ασπίδα αλλά μια βόμβα που περιμένει να εκραγεί.
Ο Fromm, στο βιβλίο του “Απόδραση από την Ελευθερία”, υποστήριξε ότι τα σύγχρονα άτομα συχνά βρίσκουν την ελευθερία ψυχολογικά αφόρητη, αναζητώντας αντ’ αυτής την ασφάλεια των αυταρχικών δομών. Ο πολιτικός νευρωτισμός της άρνησης ευθυγραμμίζεται στενά με τη θεωρία του Fromm: οι άνθρωποι αρνούνται πολιτικές προτάσεις που θα μπορούσαν να εμβαθύνουν την ελευθερία ή την ευθύνη τους, προτιμώντας αντ’ αυτού τις καθησυχαστικές (αν και ψευδείς) βεβαιότητες που προσφέρουν οι άκαμπτες και ρηχές ιδεολογίες και οι αυταρχικοί ηγέτες τους. Η άρνηση γίνεται έτσι μια άμυνα ενάντια στο υπαρξιακό άγχος: καλύτερη η παρηγοριά των παλιών ψεμάτων παρά οι αποπροσανατολιστικές απαιτήσεις των νέων αληθειών.
Ο Adorno και οι συνεργάτες του, μελετώντας τις ρίζες του φασισμού, εντόπισαν μια δομή προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από άκαμπτη σκέψη, υποταγή στην εξουσία και επιθετική εχθρότητα προς οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως «άλλο». Σε τέτοια άτομα, ο πολιτικός νευρωτισμός της άρνησης είναι σχεδόν αυτόματος. Οι αμφισβητήσεις των καθιερωμένων κανόνων ή ιεραρχιών γίνονται αντιληπτές όχι διανοητικά αλλά σπλαχνικά, ως επιθέσεις δηλαδή που πρέπει να συνθλιβούν χωρίς σκέψη. Το έργο του Adorno υποδεικνύει ότι οι κοινωνίες που βρίσκονται υπό πίεση (οικονομική, πολιτιστική, δημογραφική) είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στην αυταρχική στροφή, καθώς τα άτομα αναζητούν ψυχολογικό καταφύγιο στη βεβαιότητα, την ιεραρχία και την άρνηση.
Γεγονός όμως είναι ότι διαχρονικά η άρνηση επιμένει παρά τις καταστροφικές της συνέπειες. Και υπάρχουν μερικοί καλοί λόγοι γι αυτό. Κατ’ αρχάς, η άρνηση δεν απαιτεί νοητικό έργο καθώς μειώνει τις σύνθετες πραγματικότητες σε απλά δυαδικά σχήματα καλού/κακού. Έτσι, ενισχύει την ταυτότητα και τη συνοχή της ομάδας ορίζοντας καθετί εκτός αυτής ως εχθρούς. Σαν συνέπεια αυτού, επιτρέπει στον θυμό, τον φόβο και την αγανάκτηση να κατευθύνονται προς τα έξω, προς τους άλλους και όχι προς τα μέσα. Όσοι εμπλέκονται στην άρνηση αντιλαμβάνονται φυσικά τους εαυτούς τους ως καλούς, συνήθως ως ενάρετους υπερασπιστές της παράδοσης, του έθνους, της πίστης ή ιδεολογιών, ενάντια σε διεφθαρμένες και διαφθείρουσες δυνάμεις. Υπό αυτή την έννοια, η άρνηση είναι βαθιά σαγηνευτική.
Εάν ο πολιτικός νευρωτισμός της άρνησης έχει τις ρίζες του σε βαθιές ψυχολογικές ανάγκες και συστημικά κίνητρα, η υπέρβασή της απαιτεί επίμοχθες και πολύπλευρες στρατηγικές, κάτι που εξηγεί εν μέρει και γιατί έως τώρα αυτή η μάχη δεν δόθηκε με επιτυχία. Αν όμως η κοινωνία δεν θέλει να μετατραπεί σε ένα συλλογικό μηχανισμό αυτοεξαπάτησης, τότε σαρωτικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, οικοδόμηση ισχυρών δημόσιων θεσμών και θεσμικών αντίβαρων, δημιουργία σύγχρονων πολιτιστικών αφηγήσεων και βέβαια, μείωση της οικονομικής επισφάλειας είναι απολύτως απαραίτητα στοιχεία ενός καινοτόμου αλλά αναγκαίου πολιτικού οράματος.
Ο πολιτικός νευρωτισμός της άρνησης δεν είναι απλώς ένα θλιβερό χαρακτηριστικό του σύγχρονου λόγου. Αποτελεί μια απειλή για τη δημοκρατία, τη λογική και την ανθρώπινη ευημερία. Αν η πολιτική πρόκειται να εκπληρώσει την υπόσχεσή της ως η τέχνη του εφικτού, οι κοινωνίες πρέπει να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν αυτήν την νευρωτική απόρριψη. Διαφορετικά, η πολιτική ζωή μετατρέπεται σε πεδίο μάχης μηδενικού αθροίσματος, όπου καμία ιδέα δεν ακούγεται ποτέ πραγματικά, κανένα πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ουσιαστικά και κανένα μέλλον δεν οραματίζεται ποτέ γενναία. Αν το κοινωνικό σώμα είναι ενιαίο, οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τους πολιτικούς αντιπάλους μας όχι ως υπαρξιακούς εχθρούς αλλά ως συμπολίτες παγιδευμένους στον ίδιο ιστό φόβου και ελπίδας. Σε μια εποχή αυτοματοποιημένης άρνησης, η μεγαλύτερη πολιτική πράξη μπορεί απλώς να είναι να ακούμε. Και φυσικά, να σκεπτόμαστε.



