MyStigma

The Corinth Computer Project

Συγγραφέας:  | Ημερομηνία: 21 Sep 2006

Το μουσείο Αρχαιολογίας και Ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, έχει ξεκινήσει ήδη από το 1988 ένα ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία ‘The Corinth Computer Project’. Ο αρχικός στόχος ήταν να μελετηθεί ο πολεοδομικός σχεδιαμός κατά τη ρωμαϊκή περίοδο στην Κόρινθο και να παραχθεί ένας υψηλής ακρίβειας ψηφιακός χάρτης της αρχαίας πόλης στον οποίον κάποιος θα μπορούσε να διακρίνει και να μελετήσει τις αλλεπάλληλες χρονολογικές περιόδους ανάπτυξης της πόλης. Στην πορεία το πρόγραμμα επεκτάθηκε και στην καταγραφή της ιστορίας της Κορίνθου από την αρχαϊκή περίοδο μέχρι και τον 20ο αιώνα. Αυτό το εκπληκτικό έργο συντελέστηκε σε διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, από πλείστους μελετητές-συντελεστές, πλην όμως ουδεμία εκδήλωση ή αναφορά σε αυτό το πρόγραμμα δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου από το δήμαρχο του πολιτισμού όπως του αρέσει να αυτοαποκαλείται. Ούτε βέβαια εδέχθη οποιασδήποτε μορφής κριτική γι αυτό από την αντιπολίτευση. Ταμπουρωμένος στους ορίζοντες του επαρχιωτισμού του, γοητευμένος από τον πολιτισμό του Νταλάρα, μαθητευόμενος στο πρότυπο ευγένειας του ‘Πανίκα’ Ψωμιάδη (εκεί είναι καλός μαθητής), και κυρίως, ανεπίδεκτος οιασδήποτε βελτίωσης, ο δήμαρχος Κορινθίων σκορπά λεφτά σε φυλλάδια για το έργο του στον τομέα του πολιτισμού, χωρίς να δείχνει να αντιλαμβάνεται καλά-καλά τι σημαίνει αυτή η λέξη. Με τη στενή της έννοια, η λέξη πολιτισμός αναφέρεται ευθέως στην πόλη και τον πολίτη, περιγράφοντας την πολυπλοκότητα, τα μέσα και τα αγαθά της ζωής στην πόλη. Με αυτήν την έννοια, το αμερικανικό πρόγραμμα συνιστά την πιό πλήρη καταγραφή του κορινθιακού πολιτισμού που έγινε ποτέ. Αν λοιπόν ο σημερινός ή οποιοσδήποτε μελλοντικός δήμαρχος θελήσει να ψελλίσει τη λέξη ‘πολιτισμός’, ας καλέσει πρώτα τους συντελεστές αυτού του προγράμματος να τους τιμήσει, ας φιλοξενήσει πρώτα το ψηφιακό προϊόν του προγράμματος σε ένα μουσείο κορινθιακής ιστορίας και μετά ας καλέσει και τη Γλυκερία. Επιτέλους, αυτά τα μουσικά (υπο)προϊόντα μπαίνουν κάθε μέρα στα σπίτια μας, τα γραφεία μας, τα αυτοκίνητά μας από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, χωρίς καν να το επιθυμούμε. Στομώσαμε πιά!! Αυτό που δεν μπαίνει είναι ακριβώς αυτό που αντιπροσωπεύει το ‘The Corinth Computer Project’: η υψηλής ποιότητας, έντασης και διάρκειας, ανθρώπινη προσπάθεια να ειπωθεί η αλήθεια.

Το σχέδιο στην αρχή είναι του Coronelli από το 1685 και φιλοξενείται στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Posted by Picasa

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο

Τσιγγάνοι (Μέρος 2ο)

Συγγραφέας:  | Ημερομηνία: 11 Aug 2006

Από το 1ο μέρος, προκύπτει νομίζω, αβίαστα, το συμπέρασμα ότι οι τσιγγάνοι υπήρξαν από την εποχή που αποφάσισαν να κινηθούν προς δυσμάς μέχρι σήμερα, θύματα απηνών διωγμών. Άλλο τόσο είναι βέβαιο πως οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρξαν απειλή σε καμία χρονική στιγμή, για κανένα καθεστώς. Δεν συνέπτυξαν ποτέ συνομωτικά κινήματα, δεν επαναστάτησαν έναντι κανενός. Ούτε επιδίωξαν να γεμίσουν ενοχές τον υπόλοιπο κόσμο, όπως οι εβραίοι. Τότε γιατί υπόκεινται αυτά τα ρατσιστικά μαρτύρια επί τόσους αιώνες;
Αναζητώντας τα αίτια αυτού του ρατσισμού δεν μπορεί κανείς παρά να πάει πίσω στην έννοια της ‘φυλής’, αλλά και την ίδια τη φύση του ανθρώπου.
Όσον αφορά τη ‘φυλή’, οι επιστήμονες το έχουν πεί εδώ και καιρό: πρόκειται για μιά εξόχως ανυπόληπτη μέθοδο ταξινόμησης των ανθρώπων, που βασίζεται στην καταγωγή και σε επιφανειακά χαρακτηριστικά, άχρηστη τόσο βιολογικά όσο και κοινωνιολογικά. Άλλο αν μερικοί επιλέγουν να αμφισβητούν την επιστήμη και να πιστεύουν ό,τι τους βολεύει. Δεν μπορούν βλέπετε να διακρίνουν ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση! Αυτοί, είναι οι ρατσιστές! Αλλά οι υπόλοιποι άνθρωποι οφείλουν να ξεπερνούν την επιφανειακή πραγματικότητα των υλικών διαφορών και να εστιάζουν στη διαμόρφωση των κανόνων εκείνων που θα εξασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι θα ζουν ζωές άξιες να τις ζει κανείς.
Ερχόμαστε τώρα και στο θέμα της φύσης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι θα έλεγε κανείς, ένα μίγμα γνώσεων και πεποιθήσεων. Οι μεν πρώτες βασίζονται σε ακλόνητες αποδείξεις (επιστήμη), οι δε δεύτερες στη συσσωρευμένη εμπειρία των γονιδίων (ένστικτα), την πρώιμη (εννοώ, πριν ο άνθρωπος αποκτήσει την ικανότητα να κρίνει μόνος του) εκπαίδευση του ατόμου καθώς και ό,τι επιλέγει ο άνθρωπος να πιστεύει στην πορεία της ζωής του, χωρίς αυτό να υπακούει στους κανόνες της επιστήμης και του ορθολογισμού (μεταφυσικά κτλ). Έτσι, όταν ένας άνθρωπος γεννιέται, ξέρει πώς να θηλάζει ή πώς να κρατιέται από τη μητέρα του. Στα αρχέγονα αυτά ένστικτα (στα οποία δεν υπάρχει η έννοια της φυλής), προστίθενται οι γνώσεις (πεποιθήσεις στην ουσία) της πρώιμης εκπαίδευσης. Ποιός είναι εχθρός, ποιός όχι, ποιός είναι ξένος/άλλος και ποιός όχι κλπ. Εκεί – αλλά και μετέπειτα – θα πρέπει να αναζητηθεί η ρίζα των ρατσιστικών αντιλήψεων. Άρα, ο ρατσιστής δε γεννιέται, γίνεται. Έτσι αν ένας άνθρωπος μεγαλώνει με τη διδαχή ότι ‘οι γύφτοι έφτιαξαν τα καρφιά που σταύρωσαν το Χριστό’, δεν είναι και τόσο δύσκολο να αντιπαθήσει τους τσιγγάνους. Όχι μόνο γιατί το να φτιάχνεις καρφιά για σταύρωση είναι αποτρόπαιο, αλλά και γιατί αυτά αφορούν το Χριστό, αυτό το υπέρτατο ον που δεν επέλεξες να λατρέψεις, αλλά σου έμαθαν τη λατρεία του. Το ότι το 33μΧ δεν υπήρχαν ακόμα τσιγγάνοι στην Παλαιστίνη (έφτασαν 8 αιώνες αργότερα), δεν φαίνεται να πολυενδιαφέρει, αν και πρόκειται για γνώση επιστημονικά τεκμηριωμένη και όχι για πεποίθηση.
Αλλά τι είναι αυτά που καταλογίζει σήμερα η κοινωνία μας στους τσιγγάνους; Πώς δικαιολογεί τη στάση της απέναντί τους; Πέρα από τα μαγικά και ολωσδιόλου αδικαιολόγητα του τύπου ‘οι τσιγγάνοι είναι παγανιστές, εχθροί της θρησκείας και της κοινωνίας’ (η πλειοψηφία των ελλήνων τσιγγάνων είναι χριστιανοί ορθόδοξοι), τους κατηγορεί ως αμόρφωτους, απροσάρμοστους, χωρίς αγάπη στην πρόοδο και τον πολιτισμό, άπλυτους, άξεστους, πονηρούς, καθ’έξιν ζητιάνους και παραβάτες του ποινικού δικαίου, ακόμα και ως ρατσιστές εις βάρος μας!!
Ρώτησα αρκετούς τσιγγάνους για τα προβλήματά τους. Όλοι, μα όλοι έθεσαν σα πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα αυτό της μόρφωσης των παιδιών τους. Το κράτος όμως δεν αναγνωρίζει τη γλώσσα τους, άρα αποκλείει την ίδρυση σχολείων όπου θα διδάσκονταν τα ρομανί (ενώ βέβαια επιθυμεί τη στράτευσή τους για να υπερασπίζονται τη ‘μητέρα-πατρίδα’). Έτσι, τα τσιγγανόπουλα προσέρχονται μεν στην έναρξη της σχολικής περιόδου στα ‘κανονικά’ σχολεία, αλλά στο τέλος της σχολικής χρονιάς, μόλις το 1/3 των παιδιών αυτών αποφοιτά. Οι τάξεις υποδοχής δεν φαίνεται να λύνουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτά τα παιδιά και που δεν είναι άλλο από τη διαφορετική-μειονεκτική αντιμετώπισή τους από τους – ανειδίκευτους σε τέτοιες ιδιαιτερότητες – δασκάλους, αλλά και από τα άλλα παιδιά και κάποτε τις οικογένειές τους (πολλά τα παραδείγματα διωγμού τους από τα σχολεία, με μόνο επιχείρημα το ότι είναι τσιγγάνοι). Εμπόδια στη μόρφωση θέτουν βέβαια και οι ίδιοι οι τσιγγάνοι με την εποχιακή τους μετακίνηση για αναζήτηση εργασίας, όπως επίσης και με το έθιμό τους να παντρεύονται – κυριολεκτικά – σε παιδική ηλικία.
Όσον αφορά την προσαρμοστικότητά τους, την αγάπη τους για τον πολιτισμό και την πρόοδο, καθώς και για την απλυσιά τους, πολλοί συνοικισμοί (και όχι καταυλισμοί) τσιγγάνων δίνουν την απάντηση. Στην Αγία Βαρβάρα, στη Λάρισα και αλλού, οι τσιγγάνοι πέρασαν από τις σκηνές στα παραπήγματα κι από εκεί σε κανονικά σπίτια, υιοθέτησαν όλους τους κανόνες υγιεινής, έχουν σταθερές δουλειές και δε διαφέρουν σε τίποτα από τους υπόλοιπους πολίτες. Επίσης, όσοι είχαν την ευκαιρία, διαχύθηκαν μέσα στην κοινωνία, έκαναν και κάνουν καριέρες, κρύβοντας δυστυχώς την καταγωγή τους. Στη χώρα μας κάποιες φήμες φέρνουν το Γιώργο Νταλάρα να έχει καταγωγή Ρομά, αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω, αν και το έχω ακούσει από πολλές και διαφορετικές πηγές. Στο εξωτερικό, η μητέρα Τερέζα, βραβευμένη με Νόμπελ, ήταν Αλβανίδα τσιγγάνα από το Κόσοβο (στο Κόσοβο της δήθεν πολυπολιτισμικότητας δια της αναγνώρισης των μειονοτήτων, οι τσιγγάνοι δεν αναγνωρίστηκαν ως τέτοια και εισέπραξαν τα πυρά από ΟΛΕΣ τις αντιμαχόμενες πλευρές), οι διάσημοι μουσικοί Georghe Zamfir και Django Reinhardt (στοιχεία τσιγγάνικης καταγωγής υπάρχουν και για τον Elvis Presley), οι πασίγνωστοι ηθοποιοί Bob Hoskins, Michael Kaine, Yul Brynner και ενδεχομένως ο Charlie Chaplin από την πλευρά της μητέρας του, η γνωστή στη Σουηδία συγγραφέας παιδικών βιβλίων Katarina Taikon, η οποία τα κατάφερε αν και δεν είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση λόγω της καταγωγής της, ο Γάλλος συγγραφέας, ευαγγελιστής παπάς και μεταφραστής της Βίβλου στα Kalderash Romany, Mateo Maximoff, ο ελληνοϊρλανδός ακαδημαϊκός, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής Patricio Kassimati Hearn που γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 και διέπρεψε στην Ιαπωνία με το όνομα Yakumo Koizumi, και οι διάσημοι ποδοσφαιριστές Hristo Stoichkov, Eric Cantona, Andrea Pirlo, Dejan Savisevic, Zlatan Ibrahimovic, Jose Antonio Reyes και πολλοί άλλοι, μοιράζονται τη τσιγγάνικη καταγωγή αλλά όχι και τη τσιγγάνικη μοίρα. Είναι άραγε οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα ή απλά αποδεικνύουν πώς με τις κατάλληλες συνθήκες οι τσιγγάνοι προσαρμόζονται μιά χαρά και διαπρέπουν; Εγώ πιστεύω το δεύτερο γιατί μπόρεσα στη ζωή μου να αντισταθώ στις ρατσιστικές καταβολές που και εγώ εισέπραξα ως παιδί με τις αδικαιολόγητες ανοησίες του τύπου ‘θα έρθουν οι γύφτοι να σε πάρουν αν δεν είσαι καλό παιδί’, ‘εσένα σε πήραμε από τους γύφτους’ κοκ.
Σταματώ εδώ προς το παρόν και θα συνεχίσουμε για την παραβατικότητα των τσιγγάνων, ελπίζω με τη συνδρομή ενός ακαδημαϊκού.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο

Τσιγγάνοι (Μέρος 1ο)

Συγγραφέας:  | Ημερομηνία: 30 Jul 2006

Καθώς ξαναδιάβασα ένα προηγούμενο άρθρο μου για τον σχεδιασμό, στην παράγραφο που περιέγραφα τα παρισινά banlieu, ανακάλυψα πως η περιγραφή ταίριαζε γάντι με τον καταυλισμό των τσιγγάνων στα Εξαμίλια. «Πληθυσμοί ολόκληροι ανθρώπων απαξιωμένων εθνικά, κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά, επί χρόνια ανέπτυσαν δικά τους λεκτικά, συμπεριφερολογικά, αισθητικά και πολιτιστικά ιδιώματα που όλο και βάθαιναν το χάσμα ανάμεσα σ’αυτούς, τους κατοίκους των προαστίων και τους άλλους, τους ‘αληθινούς’ Γάλλους». Ποιός άραγε διαφωνεί πως οι τσιγγάνοι ζούν σ’ ένα ανάλογο γκέτο; Με ινδική εθνοτική καταγωγή που όχι μόνο δεν τους αναγνωρίζεται αλλά είναι και θύμα ενός μύθου που τους θέλει αιγύπτιους (γύφτους). Με ένα όνομα (τσιγγάνοι – αθίγγανοι δηλ. οι ανέγγιχτοι, οι απείραχτοι) που δεν το διάλεξαν οι ίδιοι, αλλά τους επεβλήθη κυρίως επειδή η ρουμανική κυβέρνηση, όπου ζει η μεγαλύτερη κοινότητα τσιγγάνων στον κόσμο (2 – 3 εκατομμύρια), δεν ήθελε το όνομα ‘Ρομ’ ή ‘Ρομά’, γιατί θύμιζε τη Ρουμανία και φοβούνταν ότι θα ταυτιζόταν η χώρα με τους τσιγγάνους. Με γλώσσα, ενδυματολογικές επιλογές, ήθη και έθιμα που υπήρξαν πάντοτε στόχος των ‘πολιτισμένων’ ευρωπαίων. Ο βασιλιάς της Ισπανίας Κάρολος ο Γ’ τους κάλεσε δια νόμου να τα απαρνηθούν όλα εντός 90 ημερών αλλιώς θα στιγματίζονταν δια πυρακτωμένου σιδήρου ενώ αν αντιστέκονταν θα αντιμετώπιζαν ανέκκλητα την ποινή του θανάτου. Ο Κάρολος ο Γ’ απεδείχθη πολύ φιλελεύθερος συγκρινόμενος με τον Κάρολο τον ΣΤ’ που το 1721 διέταξε την εξόντωση των ενήλικων ανδρών τσιγγάνων, ενώ για τις γυναίκες και τα παιδιά προβλεπόταν να τους κόψουν το ένα αυτί. Ακόμα ‘καλύτερος’ ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Α’ καταδίκασε σε θάνατο όποιον τσιγγάνο άνω των 18 ετών, ανεξαρτήτως φύλου, συλλαμβανόταν σε Πρωσικό έδαφος. Αλγεινή εντύπωση προκαλεί και η απαράδεκτη στάση της εκκλησίας απέναντι στους τσιγγάνους. Στην Ελβετία τον 17ο και 18ο αιώνα οργανώνονταν κυνήγια τσιγγάνων (!!) (heidenjachten) με εκκίνηση το χτύπημα της καμπάνας από τον ιερέα. Στη Ρουμανία, κληρικοί (και άλλοι) αγόραζαν και πωλούσαν σε σκλαβοπάζαρα τσιγγάνους επί 4 αιώνες! Είναι επίσης γνωστή η θητεία των τσιγγάνων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Ο κατάλογος των διωγμών τους – καταγεγραμμένων και μη – είναι ατελείωτος και βέβαια έχει και το κράτος μας και η κοινωνία μας συνεισφέρει σ’ αυτούς. Διαχρονικά, η πολιτική των κρατών απέναντί τους πέρασε από την άρνηση και τον αποκλεισμό, στον περιορισμό και τελικά στην προσπάθεια αφομοίωσης. Πάντοτε όμως, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην έκθεση της Διεθνούς Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (http://www.minorityrights.org/) για τους τσιγγάνους, με κοινό παρονομαστή την άρνηση των ανθρώπων, του πολιτισμού και της γλώσσας τους. Γιατί άραγε οι τσιγγάνοι να θέλουν να αφομοιωθούν σε μιά κοινωνία που δεν τους σέβεται και δεν τους αναγνωρίζει; Το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει – ως γνωστόν – μόνο μία μειονότητα, αυτή των μουσουλμάνων της Θράκης (Συνθήκη της Λωζάνης, 1923) και παρότι το Σύνταγμά μας προβλέπει την προστασία των μειονοτήτων, θα πρέπει πρώτα να αναγνωριστούν ως τέτοια και κατόπιν να τύχουν της προστασίας του. Μιάς προστασίας εξαιρετικά αμφίβολης δεδομένου ότι μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ’70 λύθηκε το θέμα της ιθαγένειάς τους (μέχρι τότε θεωρούνταν αλλοδαποί, τσιγγάνικης καταγωγής). Το ελληνικό κράτος, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 – η διοργάνωση των οποίων θεωρήθηκε από ορισμένους ως απόγειο του νεοελληνικού πολιτισμού – προχώρησε σε πράξεις κοινωνικού τους αποκλεισμού (apartheid) προκειμένου να μη ‘μολύνουν’ με την παρουσία τους την εικόνα της άριας wannabe φυλής μας. Δείτε τι αποδέχεται ο Συνήγορος του Πολίτη και το επισημαίνει η Josephine Verspaget, πρόεδρος της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για τους τσιγγάνους το 2001: «Υπάρχουν συνθήκες θεσμοθετημένου απαρτχάϊντ για πολλούς Ρομά, όταν τους εγκαθιστούν διά της βίας σε απομονωμένες περιοχές μακριά από την υπόλοιπη κοινωνία. Ακόμα και ο Συνήγορος του Πολίτη συμφώνησε ότι η εγκατάσταση των Ρομά σε τέτοιες περιοχές, όπως στα Σπάτα, σε εφαρμογή του άρθρου 3.1 υπουργικής απόφασης του 1983, αποτελεί μορφή θεσμοθετημένου απαρτχάϊντ. Αποτελεί επίσης διάκριση το γεγονός ότι οι Ρομά που εγκαταστάθηκαν στα Σπάτα ήταν εγκατεστημένος πληθυσμός, επομένως η εφαρμογή εκείνης της απόφασης απαρτχάϊντ τους μετέτρεπε στην πραγματικότητα και αυτούς σε ‘νομάδες’. Την ίδια στιγμή, έχουν εγκατασταθεί από τον περασμένο Οκτώβριο χωρίς κανένα έγγραφο ιδιοκτησίας ή μισθωτήριο των ακινήτων, σε πρώην χωματερή αποβλήτων του ΝΑΤΟ, μολυσμένη ενδεχομένως από τοξικά απόβλητα. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, παιδική χαρά για τα παιδιά, που έχουν επίσης στερηθεί τη μόρφωσή τους, καθώς δεν υπάρχουν δημόσιες συγκοινωνίες ούτε και ειδικά λεωφορεία για τους μαθητές, ενώ ο οικισμός απέχει 5 χλμ από το τελευταίο σπίτι των Σπάτων και 1,5 χλμ από αυτήν την απόσταση είναι χωματόδρομος. Η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι αυτός ο οικισμός ήταν λάθος και προσπάθησε να ρίξει το φταίξιμο στις τοπικές αρχές. Όμως η κεντρική κυβέρνηση χρηματοδότησε με συνολικά 84 εκατομμύρια δραχμές αυτή τη μετεγκατάσταση, επομένως φέρει εξίσου την ευθύνη.» Τα σχόλια αυτά έγιναν για νέο καταυλισμό, ενώ μετά την επίσκεψή της στο γνωστό καταυλισμό του Ασπρόπυργου δήλωσε: «Στον Ασπρόπυργο, είδα ένα από τα χειρότερα μέρη που έχω επισκεφθεί στη ζωή μου –και έχω βρεθεί σε πολλούς προσφυγικούς καταυλισμούς στην Αφρική και την Ασία. Είναι ντροπή να ζουν οι Ρομά σε τέτοιες συνθήκες στη μέση ενός σκουπιδότοπου: χωρίς νερό, χωρίς ηλεκτρικό, ξυπόλυτα παιδιά με δερματοπάθειες και χωρίς πρόσβαση σε σχολείο.» Η κα Verspaget δεν είναι η μόνη που μας φέρνει προ των ευθυνών μας. Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία της ΕΕ, οι επιτροπές του ΟΗΕ για την εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων, για τα Δικαιώματα του Παιδιού και αυτή Κατά των Βασανιστηρίων (!), αλλά και ελληνικές και διεθνείς ΜΚΟ, μας έχουν κατά καιρούς ξεφωνίσει, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Προ καιρού, είχα μιά συζήτηση με τον απερχόμενο αστυνομικό διευθυντή του νομού μας. Μου δήλωσε πως ο καταυλισμός των τσιγγάνων στα Εξαμίλια είναι μιά βραδυφλεγής βόμβα στο υπογάστριο της πόλης, κυρίως λόγω της εκτεταμένης εμπορίας και χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Προσπαθώντας να αντιληφθώ το τι είναι οι τσιγγάνοι για εμάς τους υπόλοιπους, θέλησα να καταλάβω και το τι είμαστε εμείς γι αυτούς. Το άρθρο αυτό είναι το πρώτο μιάς μίνι σειράς που φιλοδοξώ να βοηθήσει στη συνειδητοποίηση του ρόλου και της θέσης των τσιγγάνων για την πόλη μας. Εν τω μεταξύ, ο διάλογος μπορεί να αρχίσει…

Τις φωτογραφίες δανείστηκα από το αρχείο του blog “aspripetraxexaspriPosted by Picasa

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο

Trademark

Συγγραφέας:  | Ημερομηνία: 03 Jun 2006

Το σήμα κατατεθέν (trademark) είναι ένα μοναδικό σήμα το οποίο χρησιμοποιείται για να ταυτοποιήσει κατά τρόπο αποκλειστικό ένα συγκεκριμένο οργανισμό (συνήθως εμπορικό) και να τον διακρίνει από άλλους, παρόμοιους ή ανάλογους. Το σήμα αυτό είναι περιουσία του οργανισμού που το κατέχει, συχνά ιδιαζόντως μεγάλης αξίας. Η κατάχρηση ή καταπάτηση ενός τέτοιου σήματος είναι –θα έλεγε κανείς- ‘αιτία πολέμου’ για τον ιδιοκτήτη του.
Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με την Κόρινθο; Έχουν, γιατί το μαγικό άγγιγμα της ιστορίας μας κατέστησε –έστω και αν δεν το επιθυμούμε- κληρονόμους ενός σήματος μοναδικά συνδεδεμένου με τη λέξη ‘Κόρινθος’: του κορινθιακού κιονόκρανου, του σημαντικότερου αρχιτεκτονικά στοιχείου του κορινθιακού ρυθμού.
Το κορινθιακό κιονόκρανο, κορυφαίο από άποψη αισθητικής και λειτουργικότητας λατρεύτηκε από τους αρχιτέκτονες όλου του κόσμου, διδάσκεται σε όλες τις αρχιτεκτονικές σχολές του κόσμου και κατάφερε κάτι σχεδόν μοναδικό: δεν κατέκτησε μόνο τον ιστορικό χρόνο θριαμβεύοντας επί δύο και πλέον χιλιετίες, αλλά κατέκτησε και τον γεωγραφικό χώρο με παραδείγματά του να στέκουν περήφανα σε όλη τη γη. Αυτή η διασπορά στο χώρο και το χρόνο οφείλεται κατά τη γνώμη μου σε ένα του χαρακτηριστικό που το διακρίνει από τα άλλα κιονόκρανα: ότι επιτρέπει τις διαφορετικές εκδοχές στη σχεδίασή του και άρα δεν είναι δεδομένο, μονολιθικό. Δείτε πόσο διαφορετικά εμφανίζονται τα φύλλα της ακάνθου σ’αυτά τα κιονόκρανα:

Από αριστερά προς τα δεξιά και από επάνω προς τα κάτω: 1) Maison Carree, Nimes, Γαλλία, 16πΧ, 2) Καρχηδόνα, Τυνησία, 3ος αιώνας μΧ, 3) Πάνθεον, Ρώμη, 121 μΧ, 4) Μνημείο James Mc Nulty, Buffalo, ΗΠΑ, 5) St Andrew, Steyning, West Sussex, Αγγλία, 12ος αιώνας μΧ, 6) κτίριο Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουάσιγκτον, ΗΠΑ.

Μαρμάρινο στην κλασική του εκδοχή (Θησαυροφυλάκιο, Πέτρα, Ιορδανία),

αλλά και από τούβλα όταν το μάρμαρο ήταν πολύ ακριβό (αμφιθέατρο Castrense, Ρώμη),

ή ξύλινο όταν είχε μόνο διακοσμητικό ρόλο (κτίριο General Electric, ΗΠΑ), το κορινθιακό κιονόκρανο είναι παντού. Εκτός από την Κόρινθο, όπου αν εξαιρέσει κανείς το κτίριο της Εθνικής τράπεζας που διασώζει την τιμή του δήμου, δεν υπάρχει πουθενά. Βεβαίως είναι τόσο εκθαμβωτική η αρχιτεκτονική του δημαρχιακού μας μεγάρου, που τι να τα κάνουμε τα κιονόκρανα;
Κι όμως, θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν διαρκή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό με θέμα το κορινθιακό κιονόκρανο και μετά να φτιάξουμε ένα διαδικτυακό μουσείο που να φιλοξενεί αυτά τα σχέδια, μαζί με κείμενα και φωτογραφίες από ιστορικά του παραδείγματα από όλα τα σημεία της γης. Μπορούμε έστω και καθυστερημένα να διεκδικήσουμε την πατρότητα αυτού του σήματος (βρήκα φωτογραφίες κορινθιακών κιονόκρανων στην ιστοσελίδα ενός αμερικανικού επαρχιακού τηλεοπτικού σταθμού! αλλά όχι σε κορινθιακή ιστοσελίδα, χμμμμ εκτός από αυτήν που είστε τώρα) και να την εκμεταλλευτούμε μορφωτικά και τουριστικά.

Share/Save/Bookmark  |  Σχολιάστε το κείμενο

Show Buttons
Hide Buttons