Τσιγγάνοι (Μέρος 2ο)
Συγγραφέας: | Ημερομηνία: 11 Aug 2006
Από το 1ο μέρος, προκύπτει νομίζω, αβίαστα, το συμπέρασμα ότι οι τσιγγάνοι υπήρξαν από την εποχή που αποφάσισαν να κινηθούν προς δυσμάς μέχρι σήμερα, θύματα απηνών διωγμών. Άλλο τόσο είναι βέβαιο πως οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρξαν απειλή σε καμία χρονική στιγμή, για κανένα καθεστώς. Δεν συνέπτυξαν ποτέ συνομωτικά κινήματα, δεν επαναστάτησαν έναντι κανενός. Ούτε επιδίωξαν να γεμίσουν ενοχές τον υπόλοιπο κόσμο, όπως οι εβραίοι. Τότε γιατί υπόκεινται αυτά τα ρατσιστικά μαρτύρια επί τόσους αιώνες;
Αναζητώντας τα αίτια αυτού του ρατσισμού δεν μπορεί κανείς παρά να πάει πίσω στην έννοια της ‘φυλής’, αλλά και την ίδια τη φύση του ανθρώπου.
Όσον αφορά τη ‘φυλή’, οι επιστήμονες το έχουν πεί εδώ και καιρό: πρόκειται για μιά εξόχως ανυπόληπτη μέθοδο ταξινόμησης των ανθρώπων, που βασίζεται στην καταγωγή και σε επιφανειακά χαρακτηριστικά, άχρηστη τόσο βιολογικά όσο και κοινωνιολογικά. Άλλο αν μερικοί επιλέγουν να αμφισβητούν την επιστήμη και να πιστεύουν ό,τι τους βολεύει. Δεν μπορούν βλέπετε να διακρίνουν ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση! Αυτοί, είναι οι ρατσιστές! Αλλά οι υπόλοιποι άνθρωποι οφείλουν να ξεπερνούν την επιφανειακή πραγματικότητα των υλικών διαφορών και να εστιάζουν στη διαμόρφωση των κανόνων εκείνων που θα εξασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι θα ζουν ζωές άξιες να τις ζει κανείς.
Ερχόμαστε τώρα και στο θέμα της φύσης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι θα έλεγε κανείς, ένα μίγμα γνώσεων και πεποιθήσεων. Οι μεν πρώτες βασίζονται σε ακλόνητες αποδείξεις (επιστήμη), οι δε δεύτερες στη συσσωρευμένη εμπειρία των γονιδίων (ένστικτα), την πρώιμη (εννοώ, πριν ο άνθρωπος αποκτήσει την ικανότητα να κρίνει μόνος του) εκπαίδευση του ατόμου καθώς και ό,τι επιλέγει ο άνθρωπος να πιστεύει στην πορεία της ζωής του, χωρίς αυτό να υπακούει στους κανόνες της επιστήμης και του ορθολογισμού (μεταφυσικά κτλ). Έτσι, όταν ένας άνθρωπος γεννιέται, ξέρει πώς να θηλάζει ή πώς να κρατιέται από τη μητέρα του. Στα αρχέγονα αυτά ένστικτα (στα οποία δεν υπάρχει η έννοια της φυλής), προστίθενται οι γνώσεις (πεποιθήσεις στην ουσία) της πρώιμης εκπαίδευσης. Ποιός είναι εχθρός, ποιός όχι, ποιός είναι ξένος/άλλος και ποιός όχι κλπ. Εκεί – αλλά και μετέπειτα – θα πρέπει να αναζητηθεί η ρίζα των ρατσιστικών αντιλήψεων. Άρα, ο ρατσιστής δε γεννιέται, γίνεται. Έτσι αν ένας άνθρωπος μεγαλώνει με τη διδαχή ότι ‘οι γύφτοι έφτιαξαν τα καρφιά που σταύρωσαν το Χριστό’, δεν είναι και τόσο δύσκολο να αντιπαθήσει τους τσιγγάνους. Όχι μόνο γιατί το να φτιάχνεις καρφιά για σταύρωση είναι αποτρόπαιο, αλλά και γιατί αυτά αφορούν το Χριστό, αυτό το υπέρτατο ον που δεν επέλεξες να λατρέψεις, αλλά σου έμαθαν τη λατρεία του. Το ότι το 33μΧ δεν υπήρχαν ακόμα τσιγγάνοι στην Παλαιστίνη (έφτασαν 8 αιώνες αργότερα), δεν φαίνεται να πολυενδιαφέρει, αν και πρόκειται για γνώση επιστημονικά τεκμηριωμένη και όχι για πεποίθηση.
Αλλά τι είναι αυτά που καταλογίζει σήμερα η κοινωνία μας στους τσιγγάνους; Πώς δικαιολογεί τη στάση της απέναντί τους; Πέρα από τα μαγικά και ολωσδιόλου αδικαιολόγητα του τύπου ‘οι τσιγγάνοι είναι παγανιστές, εχθροί της θρησκείας και της κοινωνίας’ (η πλειοψηφία των ελλήνων τσιγγάνων είναι χριστιανοί ορθόδοξοι), τους κατηγορεί ως αμόρφωτους, απροσάρμοστους, χωρίς αγάπη στην πρόοδο και τον πολιτισμό, άπλυτους, άξεστους, πονηρούς, καθ’έξιν ζητιάνους και παραβάτες του ποινικού δικαίου, ακόμα και ως ρατσιστές εις βάρος μας!!
Ρώτησα αρκετούς τσιγγάνους για τα προβλήματά τους. Όλοι, μα όλοι έθεσαν σα πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα αυτό της μόρφωσης των παιδιών τους. Το κράτος όμως δεν αναγνωρίζει τη γλώσσα τους, άρα αποκλείει την ίδρυση σχολείων όπου θα διδάσκονταν τα ρομανί (ενώ βέβαια επιθυμεί τη στράτευσή τους για να υπερασπίζονται τη ‘μητέρα-πατρίδα’). Έτσι, τα τσιγγανόπουλα προσέρχονται μεν στην έναρξη της σχολικής περιόδου στα ‘κανονικά’ σχολεία, αλλά στο τέλος της σχολικής χρονιάς, μόλις το 1/3 των παιδιών αυτών αποφοιτά. Οι τάξεις υποδοχής δεν φαίνεται να λύνουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτά τα παιδιά και που δεν είναι άλλο από τη διαφορετική-μειονεκτική αντιμετώπισή τους από τους – ανειδίκευτους σε τέτοιες ιδιαιτερότητες – δασκάλους, αλλά και από τα άλλα παιδιά και κάποτε τις οικογένειές τους (πολλά τα παραδείγματα διωγμού τους από τα σχολεία, με μόνο επιχείρημα το ότι είναι τσιγγάνοι). Εμπόδια στη μόρφωση θέτουν βέβαια και οι ίδιοι οι τσιγγάνοι με την εποχιακή τους μετακίνηση για αναζήτηση εργασίας, όπως επίσης και με το έθιμό τους να παντρεύονται – κυριολεκτικά – σε παιδική ηλικία.
Όσον αφορά την προσαρμοστικότητά τους, την αγάπη τους για τον πολιτισμό και την πρόοδο, καθώς και για την απλυσιά τους, πολλοί συνοικισμοί (και όχι καταυλισμοί) τσιγγάνων δίνουν την απάντηση. Στην Αγία Βαρβάρα, στη Λάρισα και αλλού, οι τσιγγάνοι πέρασαν από τις σκηνές στα παραπήγματα κι από εκεί σε κανονικά σπίτια, υιοθέτησαν όλους τους κανόνες υγιεινής, έχουν σταθερές δουλειές και δε διαφέρουν σε τίποτα από τους υπόλοιπους πολίτες. Επίσης, όσοι είχαν την ευκαιρία, διαχύθηκαν μέσα στην κοινωνία, έκαναν και κάνουν καριέρες, κρύβοντας δυστυχώς την καταγωγή τους. Στη χώρα μας κάποιες φήμες φέρνουν το Γιώργο Νταλάρα να έχει καταγωγή Ρομά, αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω, αν και το έχω ακούσει από πολλές και διαφορετικές πηγές. Στο εξωτερικό, η μητέρα Τερέζα, βραβευμένη με Νόμπελ, ήταν Αλβανίδα τσιγγάνα από το Κόσοβο (στο Κόσοβο της δήθεν πολυπολιτισμικότητας δια της αναγνώρισης των μειονοτήτων, οι τσιγγάνοι δεν αναγνωρίστηκαν ως τέτοια και εισέπραξαν τα πυρά από ΟΛΕΣ τις αντιμαχόμενες πλευρές), οι διάσημοι μουσικοί Georghe Zamfir και Django Reinhardt (στοιχεία τσιγγάνικης καταγωγής υπάρχουν και για τον Elvis Presley), οι πασίγνωστοι ηθοποιοί Bob Hoskins, Michael Kaine, Yul Brynner και ενδεχομένως ο Charlie Chaplin από την πλευρά της μητέρας του, η γνωστή στη Σουηδία συγγραφέας παιδικών βιβλίων Katarina Taikon, η οποία τα κατάφερε αν και δεν είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση λόγω της καταγωγής της, ο Γάλλος συγγραφέας, ευαγγελιστής παπάς και μεταφραστής της Βίβλου στα Kalderash Romany, Mateo Maximoff, ο ελληνοϊρλανδός ακαδημαϊκός, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής Patricio Kassimati Hearn που γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 και διέπρεψε στην Ιαπωνία με το όνομα Yakumo Koizumi, και οι διάσημοι ποδοσφαιριστές Hristo Stoichkov, Eric Cantona, Andrea Pirlo, Dejan Savisevic, Zlatan Ibrahimovic, Jose Antonio Reyes και πολλοί άλλοι, μοιράζονται τη τσιγγάνικη καταγωγή αλλά όχι και τη τσιγγάνικη μοίρα. Είναι άραγε οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα ή απλά αποδεικνύουν πώς με τις κατάλληλες συνθήκες οι τσιγγάνοι προσαρμόζονται μιά χαρά και διαπρέπουν; Εγώ πιστεύω το δεύτερο γιατί μπόρεσα στη ζωή μου να αντισταθώ στις ρατσιστικές καταβολές που και εγώ εισέπραξα ως παιδί με τις αδικαιολόγητες ανοησίες του τύπου ‘θα έρθουν οι γύφτοι να σε πάρουν αν δεν είσαι καλό παιδί’, ‘εσένα σε πήραμε από τους γύφτους’ κοκ.
Σταματώ εδώ προς το παρόν και θα συνεχίσουμε για την παραβατικότητα των τσιγγάνων, ελπίζω με τη συνδρομή ενός ακαδημαϊκού.
Τσιγγάνοι (Μέρος 1ο)
Συγγραφέας: | Ημερομηνία: 30 Jul 2006
Καθώς ξαναδιάβασα ένα προηγούμενο άρθρο μου για τον σχεδιασμό, στην παράγραφο που περιέγραφα τα παρισινά banlieu, ανακάλυψα πως η περιγραφή ταίριαζε γάντι με τον καταυλισμό των τσιγγάνων στα Εξαμίλια. «Πληθυσμοί ολόκληροι ανθρώπων απαξιωμένων εθνικά, κοινωνικά, μορφωτικά και οικονομικά, επί χρόνια ανέπτυσαν δικά τους λεκτικά, συμπεριφερολογικά, αισθητικά και πολιτιστικά ιδιώματα που όλο και βάθαιναν το χάσμα ανάμεσα σ’αυτούς, τους κατοίκους των προαστίων και τους άλλους, τους ‘αληθινούς’ Γάλλους». Ποιός άραγε διαφωνεί πως οι τσιγγάνοι ζούν σ’ ένα ανάλογο γκέτο; Με ινδική εθνοτική καταγωγή που όχι μόνο δεν τους αναγνωρίζεται αλλά είναι και θύμα ενός μύθου που τους θέλει αιγύπτιους (γύφτους). Με ένα όνομα (τσιγγάνοι – αθίγγανοι δηλ. οι ανέγγιχτοι, οι απείραχτοι) που δεν το διάλεξαν οι ίδιοι, αλλά τους επεβλήθη κυρίως επειδή η ρουμανική κυβέρνηση, όπου ζει η μεγαλύτερη κοινότητα τσιγγάνων στον κόσμο (2 – 3 εκατομμύρια), δεν ήθελε το όνομα ‘Ρομ’ ή ‘Ρομά’, γιατί θύμιζε τη Ρουμανία και φοβούνταν ότι θα ταυτιζόταν η χώρα με τους τσιγγάνους. Με γλώσσα, ενδυματολογικές επιλογές, ήθη και έθιμα που υπήρξαν πάντοτε στόχος των ‘πολιτισμένων’ ευρωπαίων. Ο βασιλιάς της Ισπανίας Κάρολος ο Γ’ τους κάλεσε δια νόμου να τα απαρνηθούν όλα εντός 90 ημερών αλλιώς θα στιγματίζονταν δια πυρακτωμένου σιδήρου ενώ αν αντιστέκονταν θα αντιμετώπιζαν ανέκκλητα την ποινή του θανάτου. Ο Κάρολος ο Γ’ απεδείχθη πολύ φιλελεύθερος συγκρινόμενος με τον Κάρολο τον ΣΤ’ που το 1721 διέταξε την εξόντωση των ενήλικων ανδρών τσιγγάνων, ενώ για τις γυναίκες και τα παιδιά προβλεπόταν να τους κόψουν το ένα αυτί. Ακόμα ‘καλύτερος’ ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Α’ καταδίκασε σε θάνατο όποιον τσιγγάνο άνω των 18 ετών, ανεξαρτήτως φύλου, συλλαμβανόταν σε Πρωσικό έδαφος. Αλγεινή εντύπωση προκαλεί και η απαράδεκτη στάση της εκκλησίας απέναντι στους τσιγγάνους. Στην Ελβετία τον 17ο και 18ο αιώνα οργανώνονταν κυνήγια τσιγγάνων (!!) (heidenjachten) με εκκίνηση το χτύπημα της καμπάνας από τον ιερέα. Στη Ρουμανία, κληρικοί (και άλλοι) αγόραζαν και πωλούσαν σε σκλαβοπάζαρα τσιγγάνους επί 4 αιώνες! Είναι επίσης γνωστή η θητεία των τσιγγάνων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Ο κατάλογος των διωγμών τους – καταγεγραμμένων και μη – είναι ατελείωτος και βέβαια έχει και το κράτος μας και η κοινωνία μας συνεισφέρει σ’ αυτούς. Διαχρονικά, η πολιτική των κρατών απέναντί τους πέρασε από την άρνηση και τον αποκλεισμό, στον περιορισμό και τελικά στην προσπάθεια αφομοίωσης. Πάντοτε όμως, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην έκθεση της Διεθνούς Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (http://www.minorityrights.org/) για τους τσιγγάνους, με κοινό παρονομαστή την άρνηση των ανθρώπων, του πολιτισμού και της γλώσσας τους. Γιατί άραγε οι τσιγγάνοι να θέλουν να αφομοιωθούν σε μιά κοινωνία που δεν τους σέβεται και δεν τους αναγνωρίζει; Το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει – ως γνωστόν – μόνο μία μειονότητα, αυτή των μουσουλμάνων της Θράκης (Συνθήκη της Λωζάνης, 1923) και παρότι το Σύνταγμά μας προβλέπει την προστασία των μειονοτήτων, θα πρέπει πρώτα να αναγνωριστούν ως τέτοια και κατόπιν να τύχουν της προστασίας του. Μιάς προστασίας εξαιρετικά αμφίβολης δεδομένου ότι μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ’70 λύθηκε το θέμα της ιθαγένειάς τους (μέχρι τότε θεωρούνταν αλλοδαποί, τσιγγάνικης καταγωγής). Το ελληνικό κράτος, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 – η διοργάνωση των οποίων θεωρήθηκε από ορισμένους ως απόγειο του νεοελληνικού πολιτισμού – προχώρησε σε πράξεις κοινωνικού τους αποκλεισμού (apartheid) προκειμένου να μη ‘μολύνουν’ με την παρουσία τους την εικόνα της άριας wannabe φυλής μας. Δείτε τι αποδέχεται ο Συνήγορος του Πολίτη και το επισημαίνει η Josephine Verspaget, πρόεδρος της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για τους τσιγγάνους το 2001: «Υπάρχουν συνθήκες θεσμοθετημένου απαρτχάϊντ για πολλούς Ρομά, όταν τους εγκαθιστούν διά της βίας σε απομονωμένες περιοχές μακριά από την υπόλοιπη κοινωνία. Ακόμα και ο Συνήγορος του Πολίτη συμφώνησε ότι η εγκατάσταση των Ρομά σε τέτοιες περιοχές, όπως στα Σπάτα, σε εφαρμογή του άρθρου 3.1 υπουργικής απόφασης του 1983, αποτελεί μορφή θεσμοθετημένου απαρτχάϊντ. Αποτελεί επίσης διάκριση το γεγονός ότι οι Ρομά που εγκαταστάθηκαν στα Σπάτα ήταν εγκατεστημένος πληθυσμός, επομένως η εφαρμογή εκείνης της απόφασης απαρτχάϊντ τους μετέτρεπε στην πραγματικότητα και αυτούς σε ‘νομάδες’. Την ίδια στιγμή, έχουν εγκατασταθεί από τον περασμένο Οκτώβριο χωρίς κανένα έγγραφο ιδιοκτησίας ή μισθωτήριο των ακινήτων, σε πρώην χωματερή αποβλήτων του ΝΑΤΟ, μολυσμένη ενδεχομένως από τοξικά απόβλητα. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, παιδική χαρά για τα παιδιά, που έχουν επίσης στερηθεί τη μόρφωσή τους, καθώς δεν υπάρχουν δημόσιες συγκοινωνίες ούτε και ειδικά λεωφορεία για τους μαθητές, ενώ ο οικισμός απέχει 5 χλμ από το τελευταίο σπίτι των Σπάτων και 1,5 χλμ από αυτήν την απόσταση είναι χωματόδρομος. Η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι αυτός ο οικισμός ήταν λάθος και προσπάθησε να ρίξει το φταίξιμο στις τοπικές αρχές. Όμως η κεντρική κυβέρνηση χρηματοδότησε με συνολικά 84 εκατομμύρια δραχμές αυτή τη μετεγκατάσταση, επομένως φέρει εξίσου την ευθύνη.» Τα σχόλια αυτά έγιναν για νέο καταυλισμό, ενώ μετά την επίσκεψή της στο γνωστό καταυλισμό του Ασπρόπυργου δήλωσε: «Στον Ασπρόπυργο, είδα ένα από τα χειρότερα μέρη που έχω επισκεφθεί στη ζωή μου –και έχω βρεθεί σε πολλούς προσφυγικούς καταυλισμούς στην Αφρική και την Ασία. Είναι ντροπή να ζουν οι Ρομά σε τέτοιες συνθήκες στη μέση ενός σκουπιδότοπου: χωρίς νερό, χωρίς ηλεκτρικό, ξυπόλυτα παιδιά με δερματοπάθειες και χωρίς πρόσβαση σε σχολείο.» Η κα Verspaget δεν είναι η μόνη που μας φέρνει προ των ευθυνών μας. Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία της ΕΕ, οι επιτροπές του ΟΗΕ για την εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων, για τα Δικαιώματα του Παιδιού και αυτή Κατά των Βασανιστηρίων (!), αλλά και ελληνικές και διεθνείς ΜΚΟ, μας έχουν κατά καιρούς ξεφωνίσει, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Προ καιρού, είχα μιά συζήτηση με τον απερχόμενο αστυνομικό διευθυντή του νομού μας. Μου δήλωσε πως ο καταυλισμός των τσιγγάνων στα Εξαμίλια είναι μιά βραδυφλεγής βόμβα στο υπογάστριο της πόλης, κυρίως λόγω της εκτεταμένης εμπορίας και χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Προσπαθώντας να αντιληφθώ το τι είναι οι τσιγγάνοι για εμάς τους υπόλοιπους, θέλησα να καταλάβω και το τι είμαστε εμείς γι αυτούς. Το άρθρο αυτό είναι το πρώτο μιάς μίνι σειράς που φιλοδοξώ να βοηθήσει στη συνειδητοποίηση του ρόλου και της θέσης των τσιγγάνων για την πόλη μας. Εν τω μεταξύ, ο διάλογος μπορεί να αρχίσει…
Τις φωτογραφίες δανείστηκα από το αρχείο του blog “aspripetraxexaspri” 
Στάση και Στάθμευση
Συγγραφέας: | Ημερομηνία: 28 May 2006
Περιδιαβαίνοντας την πόλη, έρχεται κανείς αντιμέτωπος με αμέτρητες παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, κυρίως στο θέμα της στάσης και στάθμευσης. Τα παραδείγματα είναι πολλά και προκλητικά. Θα αναφέρω μόνο ένα γιατί είναι παγκοίνως γνωστά: στην οδό Δαμασκηνού τα σήματα (αυτά τα κίτρινα-άσπρα ρομβικά σήματα) μας ενημερώνουν πως πρόκειται για δρόμο προτεραιότητας, στον οποίο απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση.
Γνωρίζω τα αντεπιχειρήματα. Λένε, καλά η αστυνομία σου φταίει; Αφού ο δήμος δεν φρόντισε να δημιουργήσει θέσεις στάθμευσης, αφού κάθε σπίτι έχει τρία αυτοκίνητα, αφού όλοι παίρνουν τα αυτοκίνητά τους για διαδρομές λίγων εκατοντάδων μέτρων κτλ. Μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι είναι ο δήμος που ζητά από την τροχαία να μην εκτελεί τα καθήκοντά της για λόγους προφανώς άκρατου λαϊκισμού. Λοιπόν εμένα μου φταίει ΚΑΙ η αστυνομία. Γιατί η δουλειά της δεν είναι να κάνει πολιτική. Άλλοι είναι εντεταλμένοι γι αυτό. Και δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια μόνο πολιτική κάνει. Ας μη μας παραθέσουν στατιστικά στοιχεία για τις τροχαίες παραβάσεις που κατέγραψαν. Ζούμε σε μιά πραγματικότητα που δεν μπορεί να αλλοιωθεί από στατιστικές. Αν πάλι κάποιος πολίτης ζητήσει για κάποιο λόγο τη συνδρομή της τροχαίας, η απάντηση είναι δεδομένη: «δεν έχουμε αυτή τη στιγμή διαθέσιμα περιπολικά».
Από την άλλη μεριά, ο δήμος έχει καθιερώσει στο κέντρο της πόλης ένα σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης, όπου δεν αντιλαμβάνομαι να κάνει εκπτώσεις στην απονομή των κλήσεων. Το αντίθετο μάλιστα. Πολλοί λοιπόν επιλέγουν να σταθμεύσουν επί των πεζοδρομίων ή εντός των διασταυρώσεων γιατί έτσι αποφεύγουν τη δημοτική κλήση ενώ γνωρίζουν ότι δεν θα υποστούν ούτε την αστυνομική. Αλλά ένα σύστημα δημοτικής στάθμευσης μόνο ως εποικοδόμημα επί του γενικότερου συστήματος στάθμευσης μπορεί να νοηθεί. Όταν όμως αυτό, το υπέρτερο, έχει καταρρεύσει προ πολλού, πώς μπορείς άραγε να πείσεις τους πολίτες ότι θα πρέπει να σέβονται το δημοτικό;
Εν τέλει, μέσα σε όλα αυτά, ξεπροβάλει και η μορφή του δημάρχου ως μείζον και ατράνταχτο υπόδειγμα αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Ο πρώτος πολίτης αυτής της πόλης, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων του κάθε έννοια νομιμότητας και ορθής πολιτικά συμπεριφοράς, παρκάρει τη Mercedes του κατά προτεραιότητα επί των πεζοδρομίων. Εγώ προσωπικά, το αυτοκίνητο αυτό το έχω δεί νόμιμα παρκαρισμένο μία και μοναδική φορά, επί της Περιάνδρου και το θυμάμαι ακόμα γιατί κοίταξα γύρω μου μήπως τον δω για να τον συγχαρώ. Αλλά τι μπορεί να περιμένει κανείς από τον άνθρωπο που προφανώς έβαλε συνεργείο του δήμου να φτιάξει ράμπα στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι του, για να μπορεί ευκολότερα να παρκάρει το ‘Μερσεντέ’ και με τους τέσσερεις τροχούς του επί του πεζοδρομίου; Σημειωτέον ότι η ράμπα δεν οδηγεί σε χώρο στάθμευσης, απλά διευκολύνει την ανάβαση στο πεζοδρόμιο.
Φωνή Βοώντος εν τη Ερήμω
Συγγραφέας: | Ημερομηνία: 17 May 2006
Διάβασα τις προάλλες σε μιά τοπική εφημερίδα, το άρθρο ενός γνωστού, μορφωμένου και ιδιαίτερα αξιόλογου συμπολίτη μας. Περιέγραφε την εμπειρία του της αποστολής στον δήμαρχο μιάς επιστολής σε ιδιαίτερα σεμνό και ευγενικό ύφος (όπως είναι και ο ίδιος άλλωστε) και -βέβαια- της μη απάντησης. Η περιφρόνηση που επιδεικνύει ο δήμαρχος σε τέτοια περιστατικά είναι γνωστή και θα έλεγε κανείς, αναμενόμενη. Αλλά έκανε και ο συμπολίτης μας ένα σοβαρό λάθος. Απευθύνθηκε στο δήμαρχο κατά μόνας. Αυτό είναι κάτι που δεν το περίμενα από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Γιατί δεν είναι βέβαια κακό να απευθύνεσαι στο δήμαρχο, είναι όμως κακό να αγνοείς τους γειτόνους σου. Η επιστολή βλέπετε, δεν περιείχε προσωπικά αιτήματα αλλά το αίτημα της αναβάθμισης μιάς ολόκληρης γειτονιάς. Η γνώμη μου λοιπόν είναι πως θα έπρεπε να συναντηθεί με τους γείτονές του, να διαλεχθεί μαζί τους εξαντλητικά και μετά, όσο το δυνατόν περισσότεροι, από κοινού, να απευθυνθούν στο δήμαρχο. Έτσι και η πρόταση θα ήταν πιό εμπεριστατωμένη και θα είχε αυξημένη κοινωνική νομιμοποίηση.
Δυστυχώς, γιά άλλη μιά φορά, αποδεικνύεται ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κοινωνία πολιτών. Δεν υπήρξε ποτέ, στα νεώτερα τουλάχιστον χρόνια. Έτσι, η μόνη διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπους με καλλιέργεια και χωρίς, είναι ότι οι μεν πρώτοι θα γράψουν μιά σωστά δομημένη, σεμνή και ευγενική επιστολή προς το δήμαρχο, ενώ οι δεύτεροι θα βρούν τον δημοτικό σύμβουλο που ψήφισαν και θα τον απειλήσουν ότι αν δεν πάρει τον κάδο των σκουπιδιών μπροστά από το σπίτι τους, θα τον μαυρίσουν!
Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: αγνοούμε τους συμπολίτες μας, ενδιαφερόμαστε μόνο για τον εαυτό μας. Μήπως μας αξίζει τελικά η περιφρόνηση του δημάρχου;



